Η εισήγηση αυτή παρουσιάστηκε τον Απρίλιο του 2018 στο Institute for Human Sciences της Βιέννης. Βασίζεται σε υλικό από τα άρθρα του συγγραφέως “Lessons from the Populist Revolt” (Project Syndicate) και “Populism, Liberalism, and Democracy” (Philosophy and Social Criticism). Δημοσίευση υπό μορφή άρθρου: © Populism, Trump, and the future of democracy (9.5.2018), από όπου μεταφράστηκε στα ελληνικά.
Ο Michael Sandel, σήμερα ο πιό εκτιμώμενος από το κριτικό κοινό καθηγητής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και πιθανότατα όλων των αμερικανικών πανεπιστημίων, υποστηρίζει το εξής: Η φιλελεύθερη άποψη περί δημοκρατίας «δεν διαθέτει τα κατάλληλα [...] εργαλεία και [...] αποθέματα συναισθηματικής νοημοσύνης», και γι' αυτό αδυνατεί να κατανοήσει βαθειά κίνητρα που πυροδοτούν την «εξέγερση των λαϊκιστών», όπως είναι «η πολιτισμική αποξένωση ή και ταπείνωση που αισθάνονται πολλοί ψηφοφόροι της εργατικής τάξης και της μεσαίας τάξης». Επίσης, «αρνείται να κατανοήσει τι σημαίνει η ύβρις της αξιοκρατίας/προσοντοκρατίας των ελίτ». Συνακόλουθα, οι φιλελεύθεροι πολιτικοί αδυνατούν να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά στους λαϊκιστές και εθνικιστές πολιτικούς και να αντιμετωπίσουν «μια πολιτική αποτυχία ιστορικών διαστάσεων».
Ποιές οι βαθύτερες αιτίες της πολιτικής ανεπάρκειάς τους; Οι φιλελεύθεροι αποφεύγουν «να εμπλέκουν στην πολιτική επιχειρήματα που αφορούν ηθικά περιεχόμενα». Αποφεύγουν να αξιολογούν διαφορετικές απόψεις περί το εύ ζήν και αυτή η ουδετερότητα «ισοπεδώνει τα ζητήματα της σημασίας, της ταυτότητας και του σκοπού». Έτσι δημιουργούν «κενό ή φτωχό δημόσιο λόγο και κενό δημόσιου νοήματος». Και ο Σαντέλ καταλήγει ως εξής:
Ο Michael Sandel, σήμερα ο πιό εκτιμώμενος από το κριτικό κοινό καθηγητής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και πιθανότατα όλων των αμερικανικών πανεπιστημίων, υποστηρίζει το εξής: Η φιλελεύθερη άποψη περί δημοκρατίας «δεν διαθέτει τα κατάλληλα [...] εργαλεία και [...] αποθέματα συναισθηματικής νοημοσύνης», και γι' αυτό αδυνατεί να κατανοήσει βαθειά κίνητρα που πυροδοτούν την «εξέγερση των λαϊκιστών», όπως είναι «η πολιτισμική αποξένωση ή και ταπείνωση που αισθάνονται πολλοί ψηφοφόροι της εργατικής τάξης και της μεσαίας τάξης». Επίσης, «αρνείται να κατανοήσει τι σημαίνει η ύβρις της αξιοκρατίας/προσοντοκρατίας των ελίτ». Συνακόλουθα, οι φιλελεύθεροι πολιτικοί αδυνατούν να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά στους λαϊκιστές και εθνικιστές πολιτικούς και να αντιμετωπίσουν «μια πολιτική αποτυχία ιστορικών διαστάσεων».
Ποιές οι βαθύτερες αιτίες της πολιτικής ανεπάρκειάς τους; Οι φιλελεύθεροι αποφεύγουν «να εμπλέκουν στην πολιτική επιχειρήματα που αφορούν ηθικά περιεχόμενα». Αποφεύγουν να αξιολογούν διαφορετικές απόψεις περί το εύ ζήν και αυτή η ουδετερότητα «ισοπεδώνει τα ζητήματα της σημασίας, της ταυτότητας και του σκοπού». Έτσι δημιουργούν «κενό ή φτωχό δημόσιο λόγο και κενό δημόσιου νοήματος». Και ο Σαντέλ καταλήγει ως εξής:
«Τρεις δεκαετίες παγκοσμιοποίησης με οδηγό την αγορά και με κυριαρχία του τεχνοκρατικού φιλελευθερισμού, έχουν καταστήσει κενό περιεχομένου τον δημοκρατικό δημόσιο λόγο· έχουν αποδυναμώσει τους απλούς πολίτες και τους έχουν αποστερήσει από μέσα ελέγχου και επιρροής. Πυροδοτούν τώρα μια λαϊκιστική αντίδραση που επιχειρεί να καλύψει την γυμνή και άδεια “πλατεία” του δημόσιου λόγου με έναν αυταρχικό, εκδικητικό εθνικισμό.Ο αναγνώστης μπορεί επίσης να δεί τη νέα σειρά βίντεο What Money Can't Buy του Institute for New Economic Thinking, με την οποία προωθείται η δημόσια συζήτηση για τα ηθικά και πολιτικά όρια της λογικής της αγοράς.
Για να αναζωογονήσουμε τη δημοκρατική πολιτική, πρέπει να βρούμε τρόπους για να ενδυναμώσουμε τον δημόσιο λόγο, να τον κάνουμε πιο ρωμαλέο από ηθική άποψη, τέτοιον που να τιμά και σέβεται τον πλουραλισμό με το να εμπλέκει στη συζήτηση τις διαφωνίες ηθικής φύσης, αντί να υπεκφεύγει».
Γ. Ρ.


