Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Καραμανλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Καραμανλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

Τοξικές λέξεις (και πράξεις) που στοίχειωσαν το 2018, σημειώσεις «εσωτερικής» (εμμενούς - immanent) κριτικής - Μέρος Β'

«Μεσαία τάξη»
Η «μεσαία τάξη» είναι το όχι και τόσο κρυφό μυστικό που ενώνει φιλελεύθερους και λαϊκιστές. Λαϊκιστές δεξιούς α λα Λε Πεν, Σαλβίνι και Brexiters ή «αριστερούς» α λα Μελανσόν και πολλούς πρώην (δυστυχώς και κάποιους νυν) Συριζαίους. Οι πιο πολλοί από τους πρώτους έχουν τεντωμένα τα αυτιά προς το απύθμενο στόμα του ακροδεξιού Αμερικανού Στηβ Μπάνον, πρώην στελέχους του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο οποίος αυτοχαρακτηρίζεται ως «Λενινιστής που στοχεύει να διαλύσει το κράτος», ενώ μερικοί από τους δεύτερους έχουν κάνει ευαγγέλιο το έργο του μεταμαρξιστή πολιτικού επιστήμονα και ιστορικού Ερνέστο Λακλάου (με ή και χωρίς κατάχρηση - είναι μεγάλη συζήτηση).
Πρέπει να σημειωθεί όμως, ότι μέχρι και η συνοδοιπόρος και συνεχίστρια του έργου του Λακλάου, η Σαντάλ Μουφ (Santal Mοuffe), κατανοεί πολύ καλά τον τρομακτικό κίνδυνο οι φόβοι και οι ανεδαφικές ή ανεκπλήρωτες προσδοκίες των μεσαίων τάξεων να γίνονται καλή τροφή και αστείρευτη πηγή δύναμης για το σκληρό δεξιό πολιτικό και κοινωνικό πρόγραμμα παντού στην Ευρώπη (όπως π.χ. έγινε ήδη με το «Κίνημα 5 Αστέρων στην Ιταλία»). Τουλάχιστον τώρα, με αφορμή το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων», η Μουφ το λέει πολύ καθαρά. 
Κατ' αρχάς, δεν υπάρχει μία και ενιαία «μεσαία τάξη καθεαυτήν». Υπάρχουν ποικίλα μεσαία κοινωνικά στρώματα, νέα και παλαιά, μισθωτών, αυτοαπασχολούμενων ή μικρών επιχειρηματιών, με συμφέροντα συχνά αντικρουόμενα μεταξύ τους. Μοναδικός κοινός παρονομαστής είναι ο κοινωνιολογικός-οικονομικός προσδιορισμός, που ορίζει ως «μεσαία τάξη» ένα σύνολο πολιτών, τα εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία των οποίων περικλείονται ανάμεσα σε αριθμητικά προσδιορισμένα άνω και κάτω όρια (π.χ. ανάμεσα στο 70 % και στο 150 % του διάμεσου εισοδήματος μιας κοινωνίας - και όχι του αριθμητικού μέσου όρου - ή και ανάμεσα σε αντίστοιχα όρια περιουσιακών στοιχείων). 
Τυπικό λάθος με μεγάλη πολιτική επίπτωση, που το κάνουν τόσο αριστεροί όσο και φιλελεύθεροι, είναι η εξαίρεση από την σημερινή «μεσαία τάξη» των μισθωτών «μεσαιοταξιτών», δηλαδή κατά πρώτο λόγο των υψηλόμισθων στελεχών του ευρύτερου δημόσου τομέα και κυρίως του βαθέος κράτους, συν τους λίγους εκείνους που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα με ανάλογες αμοιβές.
Αυτό που παρατηρούμε - και όχι μόνον τώρα - είναι το εξής: Πολλές ομάδες της «μεσαίας τάξης», είτε υψηλόμισθων του βαθέος κράτους, είτε αυτοαπασχολούμενων, είτε μικρών επιχειρηματιών, είναι άκρως «ρεαλιστές»: Σκεπτόμενοι με σκληρό «ρεαλισμό» (που καταντά όμως μακροπρόθεσμα αυτοκαταστροφικός), έχουν αποδεχτεί και εμπεδώσει ότι με τον σημερινό συσχετισμό κοινωνικών δυνάμεων - και μέχρι νεωτέρας - ταξικοί τους αντίπαλοι στην πράξη είναι οι πιο φτωχοί και όχι οι υπερπλούσιοι. Αυτοί οι «μεσαιοταξίτες» ξέρουν ότι από το οικονομικά κορυφαίο 1 % ή 10 %, δεν είναι προς το παρόν εφικτό να αποσπάσουν κομμάτι της πίτας. Με αυτόν τον περιορισμό δεδομένο, η επακόλουθη κοινωνική, πολιτική και ηθική επιλογή τους είναι να αναπτύσσουν κυρίως ταξικό αγώνα «εκ των άνω προς τα κάτω»: Διεκδικούν μέχρι και την τελευταία μπουκιά από το στόμα των ασθενέστερων, των πιο ευάλωτων και επισφαλών. Των ανέργων, των συνήθων μισθωτών του ιδιωτικού τομέα (εκείνων με τη σπάθα της απόλυσης να κρέμεται πάνω από το σβέρκο τους), και ιδίως των συνήθων νέων που προέρχονται από συνήθεις οικογένειες.
Αυτοι οι «μεσαιοταξίτες» δεν θέλουν να μοιράζονται. Προπαντός, δεν θέλουν να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους.
Και έχουν ισχυρούς συνηγόρους· ακόμη και με την νομική έννοια του όρου.
Georg Grosz: «Τα Στηρίγματα της Κοινωνίας» (1926) και «Πολιτική Συζήτηση»

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018

«Επαγγελματικές διαστροφές» νομικών & οικονομολόγων. Βολεύουν βολεμένους, βλάπτουν τη δημοκρατία το ίδιο

Έχουμε συνηθίσει, εδώ και καιρό, να παρακολουθούμε πώς ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συχνά-πυκνά προβάλλει την ιδέα ότι οι ισχύοντες κανόνες δικαίου και η δικαστική εξουσία μπορούν μέσα στην οικονομική και κοινωνική συγκυρία της κρίσης να είναι κρίσιμες «δυνάμεις αντίστασης στο φαινόμενο της επικυριαρχίας του “οικονομικού” επί του “θεσμικού”» (βλ. ομιλία του στο 6ο Ετήσιο Athens Democracy Forum της 17.9.2018 και το σχετικό σχόλιο του Πάχου Μανδραβέλη «Δίκαιο επί του πραγματικού», στην Καθημερινή της 30.9.2018, όπου μνημονεύει και το βιβλίο του Γιώργου Δελή Δήμος και Αγορά. Το δημόσιο δίκαιο “αλλιώς”, με το βλέμμα της οικονομικής ανάλυσης - εκδ. Ευρασία).
Στις παρεμβάσεις αυτές του κ. Παυλόπουλου διαφαίνεται πώς ένας εξέχων νομικός, και μάλιστα συνταγματολόγος, συγχέει τις αναγκαίες πολιτικές κανονιστικές αρχές (οι οποίες άν δεν υπάρχουν στο πολίτευμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αυτό μετατρέπεται σε προσωπείο δημοκρατίας), με αμιγώς νομικές κανονιστικές αρχές. Ταυτίζει το Πολιτικόν (υπό την αριστοτελική έννοια) με το Δικαιϊκόν.
Για να το πω με άλλα λόγια, πιο επεξηγηματικά (και εν γνώσει του κινδύνου να διαπράξω χονδροειδή παραμόρφωση), ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας λέει το εξής: Αφενός η δημοκρατία - και η πολιτική εν γένει - πρέπει να πειθαρχεί στους κανόνες του ισχύοντος θετικού Δικαίου, και αφετέρου, άν αποτύχει η δημοκρατική πολιτική στον οικονομικό και κοινωνικό ρόλο της (όπως απέτυχε στην μεταπολιτευτική Ελλάδα), το ισχύον Δίκαιο είναι εδώ και μπορεί
«να σώσει την παρτίδα». Αλήθεια, για λογαριασμό ποιών από τους «παίκτες» της, που στις δημοκρατίες του ώριμου καπιταλισμού με οικονομία της αγοράς και με κράτος πρόνοιας είναι (και οφείλουν να είναι) ταυτόχρονα κοινωνικοί εταίροι και κοινωνικοί αντίπαλοι;
Δεν είναι ο μόνος που σκέφτεται έτσι. Πρόκειται για μια από τις διαδεδομένες «επαγγελματικές απολυτοποιήσεις» - δηλαδή κλαδικές «επιστημονικές διαστροφές» - που επικρατούν σε μεγάλες μερίδες των νομικών επιστημόνων. Και έχουμε δει πολύ πιο εξτρεμιστικές εκφράσεις της, συνυφασμένες με ακραίο δεξιό κομματισμό και με ανελέητο συντεχνιασμό· ας θυμηθούμε, λόγου χάρη, τον τέως Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας κ. Δ. Παξινό, άς ρίξουμε μια ματιά και στην τωρινή 
συμμετοχή του τον αγώνα εναντίον του «εκσυγχρονισμού», της «νέας τάξης πραγμάτων» και του «παγκόσμιου ολοκληρωτισμού».
Βέβαια υπάρχει και η αντίστοιχη «επαγγελματική διαστροφή» που εκτρέφεται στην οικονομική επιστήμη - για την ακρίβεια στις παραλλαγές των νεοκλασικών οικονομικών -, δηλαδή ότι η δημοκρατία και η πολιτική εν γένει πρέπει να είναι συμβατή με την ισχύουσα οικονομία. Και όταν δεν είναι, πρέπει άρον-άρον να προσαρμόζεται σ΄αυτήν.

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018

Τα πρωτογενή πλεονάσματα του μέλλοντός μας.
Ο “μαγικός αριθμός” 3,5 %

“Οι εποχές της οικονομικής ανόδου και όχι της πτώσης, είναι ο κατάλληλος καιρός για δημοσιονομική λιτότητα” (John Maynard Keynes, Collected Writings, 1937)
Το γιατί η Ελλάδα έγινε - από οικονομική και πολιτική άποψη - η πιο άρρωστη χώρα σε μιαν άρρωστη Ευρώπη (και Δύση), και γιατί, εδώ και αλλού, η αρρώστεια αυτή συνεχίζεται και παίρνει άλλες μορφές, αυτό “ποτέ, ποτέ, κανένα στόμα, δεν το `βρε και δεν το `πε ακόμα”.

H συνεχής αναφορά ειδημόνων και σχολιαστών στις μέλλουσες επιπτώσεις από τα συμφωνημένα με τους εταίρους και δανειστές υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, μάλλον προκαλεί σύγχυση παρά διαφωτίζει για το τί μέλλει γενέσθαι αύριο και μεθαύριο. Αυτό συμβαίνει, γιατί στους σχολιασμούς αυτούς, ο “μαγικός αριθμός” 3,5 % ποτέ δεν συσχετίζεται με την μεταβαλλόμενη διεθνή και εγχώρια οικονομική συγκυρία, ούτε με τις ασκούμενες οικονομικές πολιτικές, στη χώρα ή διεθνώς.
Αλλά στην πραγματικότητα η πορεία του μακροοικονομικού όλου - όπως και κάθε μεμονωμένου οικονομικού φαινομένου - είναι “ακανόνιστη”, ή για την ακρίβεια “κυκλική”, κυματοειδής, με έντονες ανόδους και πτώσεις στο πέρασμα του χρόνου, όχι ομαλή και ευθύγραμμη. Διαρκώς ανεβοκατεβαίνει, όπως το κύμα στη θάλασσα, σε αντίθεση με τις πολιτικές και κοινωνικές νοοτροπίες που έχουν τρομακτικά μεγάλη αδράνεια και πολύ δύσκολα αλλάζουν. Οι  στατικές οικονομικές καταστάσεις (μια τέτοια είναι η οκτάχρονη παραμονή της ελληνικής οικονομίας σε αδιάκοπη, βαθειά ύφεση) κρατούν για χρονικό διάστημα μικρό για την ιστορική κλίμακα, συχνά όμως σημαντικό άν μετρηθεί με μέτρο την διάρκεια της ανθρώπινης ζωής· και έτσι, αυτό το βραχυπρόθεσμο δίνει ψευδή εικόνα και εξαπατά.
Αυτό, ασφαλώς το γνωρίζουν - ή οφείλουν να το γνωρίζουν - οι ειδήμονες της οικονομίας· τόσο οι μεν, που ως τεχνοκράτες υποκαθιστούν την πολιτική διαβούλευση με ψευδοεπιστημονικά δόγματα και συνταγογραφούν ανθυγιεινά φάρμακα δημοσιονομικής “εξυγίανσης” (με πολλές παρενέργειες, χρήσιμες για άλλους σκοπούς, αλλά με λίγες θεραπευτικές δράσεις), όσο και οι δε, που σχολιάζουν ή υποκαθιστούν την πολιτική αντιπολίτευση με εξίσου ψευδοεπιστημονικά ιδεολογήματα γεμάτα κοπανιστό αέρα. Όμως, είτε επειδή οι ιδεολογίες συχνά δεν τα πάνε καλά με την πραγματικότητα, είτε επειδή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η γνώση είναι αλληλένδετη και στενά συνδεδεμένη με τα ανθρώπινα ενδιαφέροντα (και συμφέροντα!), πάρα πολλοί, και από τις δύο ομάδες, βρίσκουν χρήσιμη την ψευδή εικόνα και τις ιδεοληψίες. Ή πείθουν τους εαυτούς τους ότι είναι χρήσιμη.
Η πορεία των πρωτογενών πλεονασμάτων και του δημόσιου χρέους στην Ελλάδα (1978-2009).
Από το έγκυρο Global Insight

Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

O Δεκέμβριος του 2008, προειδοποιητικός δείκτης τέλους μιας παρακμιακής εποχής

Μια αναδρομή σε όσα συνέβησαν πριν από εννέα χρόνια, τον Δεκέμβριο του 2008, δηλαδή ενάμισυ χρόνο πριν από την «επίσημη» εισβολή της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, λέει πολλά για όσα έμελλε να ακολουθήσουν. Με εύστοχο χαρακτηρισμό εκείνων των γεγονότων μοιάζει, λόγου χάρη, εκείνος που διατυπώθηκε στον ιστοχώρο Hypothesis, στο άρθρο «Το 2008» (27 Αυγούστου 2017): «Αίσθηση γενικευμένης απονομιμοποίησης, εισβολή στο προσκήνιο μιας συγκεκριμένης “λαϊκής” έκφρασης με ίχνη και νεύματα πληβειακής ανταρσίας». Όμως, τίθεται το ερώτημα, άν αυτή η «πληβειακή εισβολή» αντιδρούσε σε απονομιμοποιήσεις της μακράς ή μέσης ιστορικής διάρκειας (δηλαδή στις εκ γενετής παθογένειες του νεοελληνικού κράτους εν γένει - βλ., λόγου χάρη, τις σχετικές απόψεις του Χρ. Γιανναρά), ή κυρίως, σε απονομιμοποιήσεις της πολιτικής συγκυρίας, δηλαδή σε όσα συνέβησαν τις δεκαετίες 1990-2000 και πιο ειδικά, στην τετραετία 2004-2008.

Σάββατο 12 Αυγούστου 2017

Οι «φιλοευρωπαϊκές» πολιτικές δυνάμεις μας, της Δεξιάς και του Κέντρου

1. Το «ελληνικό πρόβλημα» ταυτότητας και ενοποιών πολιτικών νοοτροπιών, που συνοψίζεται στο ερώτημα «είναι η Ελλάδα ευρωπαϊκή χώρα;», είναι πιο πολύπλοκο από όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως και συσκοτίζεται πιο πολύ από την νέα πλημμύρα αντιαριστερής ρητορικής· εκτός των άλλων, γιατί είναι πρόβλημα «αριστεροδεξιό». Και είναι πολύ παλιότερο από την εποχή που έγιναν γνωστοί και στον ελλαδικό - τότε ακόμη οθωμανικό - χώρο οι Φραγκοφερμένοι όροι Δεξιά και Αριστερά. Ας θυμηθούμε το διαβόητο απόφθεγμα (ενός Μεγάλου Δούκα της Αυτοκρατορίας, του Λουκά Νοταρά, και όχι κάποιου αντιφεουδάρχη ή άλλου «αριστερού» της μεσαιωνικής εποχής) «Κρειττότερόν εστιν ιδέναι εν μέση τη Πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν».
Τα ίδια περίπου ίσχυαν κατά βάθος, σε πολλές δεξιές καρδιές και πνεύματα, ακόμη και στην εποχή του (Τρίτου και πιο πρόσφατου) ελληνικού Εμφυλίου. Αλλά για την τότε κυβερνώσα (Κεντρο)Δεξιά, η καταφυγή στον Δυτικό Σύμμαχο, πρώτα τον Βρετανό, μετά τον Αμερικανό, κατέστη αναγκαστική, ζήτημα ζωής και θανάτου, διότι εδώ στην Ελλάδα, η συνεννόηση με τον τότε «αριστερό βάρβαρο» - σε αντίθεση με την Ιταλία του σταλινικότερου του Στάλιν Τολιάτι και του Ντε Γκάσπερι ή την Γαλλία του Ντε Γκωλ και των εξίσου σταλινικών Τορέζ και Βαλντέκ Ροσέ - για πολλούς λόγους, κυρίως λόγω αυτής ακριβώς της κοινής ανορθολογικής νοοτροπίας των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, κατέστη αδύνατη.
Μολονότι η Ελλάδα ως προς την πραγματική πραγματικότητα ανήκει απολύτως στην Ευρώπη και στην Δύση - όσο π.χ. η Ιταλία, η Σλοβενία ή η Ιρλανδία - ως προς αυτή τη φαντασιακή σχέση με την πραγματικότητα ελάχιστα έχουν αλλάξει μέχρι τώρα.
Friedrich Johann Justin Bertuch:  Δράκος (1806)

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Γυρίζοντας τον Κέυνς ανάποδα: Η κραιπάλη στην άνοδο και η λιτότητα στην πτώση - Το πολιτικό «κεφάλαιο» Καραμανλή του Νεότερου

Παραβλέποντας ορισμένες από τις προβληματικές απόψεις των λεγόμενων νεο-Κεϋνσιανών ή μετα-Κεϋνσιανών οικονομολόγων, οι οποίοι, παράλληλα με τους μαρξιστές συναδέλφους τους, αντιπολιτεύονται σήμερα τα νεοφιλελεύθερα ή νεοκλασικά δόγματα, αξίζει κανείς να θυμηθεί τις πηγές μιας μακροοικονομικής θεωρίας που φιλοδοξούσε να είναι (άλλο άν τελικά το πέτυχε) και ορθολογική και αξιόπιστη, δηλαδή συνεκτική και επαληθεύσιμη από τα γεγονότα ή τα εμπειρικά δεδομένα που συσσωρεύει η ιστορία. Και ιδίως, αξίζει μια αναδρομή στον πραγματικό Κέυνς και στους οικονομολόγους που άνοιξαν διάλογο μέ τις ιδέες του, από τον Μίχαλ Καλέτσκι (Michał Kalecki) και τον Πιέρο Σράφφα (Piero Sraffa) μέχρι την Τζόαν Ρόμπινσον (Joan Robinson) και τον Χάιμαν Μίνσκυ (Hyman Minsky). 
Άν εξαιρέσει κανείς τις πρωτόλειες προσπάθειες του Λούντβιχ φον Μίζες (Ludwig Von Mises) στο παρελθόν και τη συστημική ανάλυση του καπιταλισμού στη μακρά διάρκεια από τον Κάρολο Μαρξ, η μακροοικονομική θεωρία της βραχείας και μέσης διάρκειας έχει δύο βασικές πηγές: αφενός τις αφηρημένες θεωρητικές υποθέσεις για τους λεγόμενους επιχειρηματικούς κύκλους («business cycles») του Τζόζεφ Σουμπέτερ, ο οποίος εκλάμβανε τις κρίσεις και ως «δημιουργικές καταστροφές» καταλήγοντας στα μοντέλα «τεσσαρακονταετών» ανοδικών και καθοδικών μακροχρόνιων κυμάνσεων Σουμπέτερ-Κοντράτιεφ, κυρίως όμως τον Κέυνς (John Maynard Keynes), ο οποίος της έδωσε μορφή με το μοντέλο συναθροιστικής ζήτησης και προσφοράς και με πολύ συγκεκριμένα υποδείγματα για άσκηση μακροοικονομικής πολιτικής.
Άνταμ Σμιθ, Κάρολος Μαρξ, Τζόζεφ Σουμπέτερ, Τζ. Μ. Κέυνς

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Ο «υπαρκτός εκσυγχρονισμός», η κεντροαριστερά, τα προγραμματικά και τα ηθικο-πολιτικά

Παράσταση του Μπίντερμαν και των Εμπρηστών (Μαξ Φρίς)
Η συζήτηση για την κεντροαριστερά, ιδιαίτερα μετά το ξεκίνημα των «58», επικεντρώθηκε σε θέματα πολιτικής τοπογραφίας και προσώπων: «Τι είναι κεντροαριστερά - ή τι είναι κέντρο και τι αριστερά, τί ανάμεσά τους και τί πέρα απο αυτά», η σχέση με το ΠΑΣΟΚ ή και με την ΔΗΜΑΡ, τι είναι «μεταρρυθμιστικός (ή και εκσυγχρονιστικός) χώρος» στην Ελλάδα. Στην καλύτερη περίπτωση, ανοίχθηκε και το ζήτημα τι μπορεί να είναι Σοσιαλδημοκρατία στη σημερινή Ευρώπη και πως αυτό μεταφράζεται για τις ανάγκες στα δικά μας Νότια Βαλκάνια. Αλλά με τρόπο ιδεολογικό, δηλαδή που κινδυνεύει να γίνει ψευδής συνείδηση. Η συζήτηση πήγε σε κατεύθυνση αδιέξοδη, κατά τη γνώμη μου στα όρια της ομφαλοσκόπησης.

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Η ελληνική κρίση μέσα στην ευρωπαϊκή. Είμαστε ακόμα ζωντανοί;

1. Το 2012 ήταν χρονιά στην οποία ο πολιτικός λόγος περίσσεψε: Έτος προεκλογικό με διπλές εκλογές (Μάιος και Ιούνιος) και έτος μετεκλογικό, μέσα σε συνθήκες σκληρής δοκιμασίας για όλες τις πολιτικές δυνάμεις, προπάντων όμως για τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας. Ωστόσο, παρά την περίσσεια πολιτικού λόγου, μερικές αλήθειες για την κρίση, χρήσιμες για την αναζήτηση εξόδου, αποσιωπήθηκαν ή ψιθυρίστηκαν με μισόλογα. 
Όλα τα κόμματα, τόσο αυτά που σήμερα κυβερνούν, όσο και αυτά που αντιπολιτεύονται, υποσχέθηκαν λύσεις, όμως κανένα δεν παραδέχθηκε με ειλικρίνεια, ότι επί πολλές δεκαετίες, στην Ελλάδα φτιαχνόταν ένα αποτυχημένο κράτος και ταυτόχρονα μια αποτυχημένη κοινωνία και οικονομία. Δεν θέλησαν να ομολογήσουν ότι ευνοημένες και υπερκινητικές μειοψηφίες πολιτών μετέτρεπαν τα Δημόσια αγαθά σε ιδιωτικά με ποικίλους τρόπους, νομιμοφανείς ή όχι, από την φοροδιαφυγή μέχρι την κομματική πελατειακή εξυπηρέτηση. Σ' αυτή τη χρονιά, μέσα σε τόσο σκληρές συνθήκες κρίσης και με τόσο πολλή πολιτική, απέφυγαν να εξηγήσουν πώς διαχειρίστηκαν οι εκάστοτε κυβερνώντες τις δεκαετίες του 2000, του 1990, του 1980. Αυτά δεν ξεχνιούνται. Ήταν οι δεκαετίες, που οι εκάστοτε κυβερνώντες τις αποκαλούσαν χρόνια “επανίδρυσης του κράτους” (Κ. Καραμανλής) ή “ισχυρής Ελλάδας” (Κ. Σημίτης), χρόνια “αλλαγής” ή “κάθαρσης” (οι προηγούμενοι). Έμειναν όμως ανομολόγητα τα βασικά χαρακτηριστικά όλης εκείνης της περιόδου, ανεξάρτητα από το πράσινο ή γαλάζιο “χρώμα” της κυβέρνησης: Ότι το κράτος δανειζόταν από τις αγορές χωρίς όρια ή έκανε κατάχρηση των Κοινοτικών πόρων, για να χαρίζει σε ευνοούμενες μειοψηφίες που συστηματικά φοροδιαφεύγουν, κατανάλωση και περιουσίες. Τη στιγμή που η παραγωγική ικανότητα της χώρας λιγόστευε, οι κυβερνώντες δεν έκαναν κάτι για να τη βελτιώσουν. Oι πολιτικές δυνάμεις αποσιώπησαν - ή μόνον ψιθύρισαν με μισόλογα - μια βασική αλήθεια: Ότι η Ελλάδα ως όλον δεν είναι φτωχή χώρα, ότι το Δημόσιο χρέος που φορτώνεται δυσανάλογα βαριά στους αδύναμους πολίτες, έχει ως άλλη πλευρά του νομίσματος τον συσσωρευμένο ιδιωτικό πλούτο μιας μειοψηφίας.
Μετά την οικονομική κρίση του 2008 που άρχισε στις ΗΠΑ, το δανεικό χρήμα σταμάτησε απότομα. Η “φούσκα” στην Ελλάδα όπως και αλλού στον Ευρωπαϊκό Νότο, έπαψε να τροφοδοτείται με αέρα και ξεφούσκωσε. Η κρίση είναι συνολική Ευρωπαϊκή, παίρνει διαφορετικές μορφές από χώρα σε χώρα, αλλά η Ελλάδα είναι η πιο βαριά “άρρωστη” χώρα στην “άρρωστη” Ευρώπη.

Δημοφιλείς αναρτήσεις 2013 - 2022

Το δημοκρατικό αίτημα των καιρών: Το δίκιο των νέων γενεών και των γενεών που έρχονται

Το δημοκρατικό αίτημα των καιρών: Το δίκιο των νέων γενεών και των γενεών που έρχονται
Χρίστος Αλεξόπουλος: Κλιματική κρίση και κοινωνική συνοχή

ΕΠΙΛΟΓΕΣ:
Αντρέϊ Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι

ΕΠΙΛΟΓΕΣ:<br>Αντρέϊ Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι
Πως η αγάπη επουλώνει τη φθορά του κόσμου

Danilo Kiš:

Danilo Kiš:
Συμβουλές σε νεαρούς συγγραφείς, και όχι μόνον

Predrag Matvejević:

Predrag Matvejević:
Ο Ρωσο-Κροάτης ανιχνευτής και λάτρης του Μεσογειακού κόσμου

Azra Nuhefendić

Azra Nuhefendić
Η δημοσιογράφος με τις πολλές διεθνείς διακρίσεις, γράφει για την οριακή, γειτονική Ευρώπη

Μάης του '36, Τάσος Τούσης

Μάης του '36, Τάσος Τούσης
Ο σκληρός Μεσοπόλεμος: η εποχή δοσμένη μέσα από τη ζωή ενός ανθρώπου - συμβόλου

Ετικέτες

1968 1989 Acemoglu/Robinson Adorno Albrecht von Lucke André Gorz Axel Honneth Azra Nuhefendić Balibar Brexit Carl Schmitt Chomsky Christopher Lasch Claus Offe Colin Crouch Elmar Altvater Ernst Bloch Ernst-W. Böckenförde Franklin Roosevelt Habermas Hannah Arendt Heidegger Jan-Werner Müller Jeremy Corbyn Laclau Le Corbusier Louis Althusser Marc Mazower Matvejević Michel Foucault Miroslav Krleža Mudde Otto Bauer PRAXIS International Ruskin Sandel Michael Strauss Leo Streeck T. S. Eliot Timothy Snyder Tolkien Ulrich Beck Wallerstein Walter Benjamin Wolfgang Münchau Zygmunt Bauman «Γενιά του '30» «Μακεδονικό» Έθνος και ΕΕ Ήπειρος Ανδρέας Παπανδρέου Αριστοτέλης Αρχιτεκτονική Αυστρομαρξισμός Βαλκανική Βαρουφάκης Βρετανία Γαλλία Γερμανία Γκράμσι Διακινδύνευση Εκπαίδευση Ελεφάντης Ενέργεια Επισφάλεια ΗΠΑ Θ. Αγγελόπουλος Θεοδωράκης Θεσσαλονίκη Θεωρία Συστημάτων Ιβάν Κράστεφ Ιταλία Κέϋνς Κίνα Καντ Καρλ Σμιτ Καταναλωτισμός Κεντρική Ευρώπη Κλιματική αλλαγή Κοινοτισμός Κορνήλιος Καστοριάδης Κοσμάς Ψυχοπαίδης Κράτος Πρόνοιας Κώστας Καραμανλής Λιάκος Α. Λογοτεχνία Μάνεσης Μάξ Βέμπερ Μάρξ Μέλισσες Μέσα «κοινωνικής» δικτύωσης Μέσα Ενημέρωσης Μαρωνίτης Μεσόγειος Μεταπολίτευση Μιχ. Παπαγιαννάκης Μουσική Μπερλινγκουέρ Νίκος Πουλαντζάς Νίτσε Νεοφιλελευθερισμός Ο τόπος Οικολογία Ουκρανία Π. Κονδύλης Παγκοσμιοποίηση Παιδεία Πράσινοι Ρήγας Ρίτσος Ρωσία Σεφέρης Σημίτης Σολωμός Σοσιαλδημοκρατία Σχολή Φραγκφούρτης Ταρκόφσκι Τουρκία Τραμπ Τροβαδούροι Τσίπρας Τσακαλώτος Φιλελευθερισμός Φιλοσοφία Χέγκελ Χαλκιδική Χριστιανισμός αειφορία αντιπροσωπευτική δημοκρατία βιοποικιλότητα ηγεμονία ιστορία κοινωνική ανισότητα

Song for the Unification (Zbigniew Preisner -
Elzbieta Towarnicka - Kr. Kieślowski) - youtube

Song for the Unification (Zbigniew Preisner - <br>Elzbieta Towarnicka - Kr. Kieślowski) - youtube
Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων,
ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον...
Ἡ ἀγάπη ...πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει...
Νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα·
μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη (προς Κορινθ. Α΄ 13)

Zygmunt Bauman: «Ρευστές ζωές, ρευστός κόσμος, ρευστή αγάπη»

Zygmunt Bauman: «Ρευστές ζωές, ρευστός κόσμος, ρευστή αγάπη»
«Είμαι βραχυπρόθεσμα απαισιόδοξος αλλά μακροπρόθεσμα αισιόδοξος»

Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας

Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας
«Χριστούγεννα με τον Κοκκινολαίμη – Το Αηδόνι του Χειμώνα»

Ψηλά στην Πίνδο, στο Περτούλι

Ψηλά στην Πίνδο, στο Περτούλι