«Μεσαία τάξη»
Η «μεσαία τάξη» είναι το όχι και τόσο κρυφό μυστικό που ενώνει φιλελεύθερους και λαϊκιστές. Λαϊκιστές δεξιούς α λα Λε Πεν, Σαλβίνι και Brexiters ή «αριστερούς» α λα Μελανσόν και πολλούς πρώην (δυστυχώς και κάποιους νυν)
Συριζαίους. Οι πιο πολλοί από τους πρώτους έχουν τεντωμένα τα αυτιά προς
το απύθμενο στόμα του ακροδεξιού Αμερικανού Στηβ Μπάνον, πρώην στελέχους του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο οποίος αυτοχαρακτηρίζεται ως «Λενινιστής που στοχεύει να διαλύσει το κράτος», ενώ μερικοί από τους δεύτερους έχουν
κάνει ευαγγέλιο το έργο του μεταμαρξιστή πολιτικού επιστήμονα και ιστορικού Ερνέστο Λακλάου (με ή και χωρίς κατάχρηση - είναι μεγάλη συζήτηση).
Πρέπει να σημειωθεί όμως, ότι μέχρι και η συνοδοιπόρος και συνεχίστρια του έργου του Λακλάου, η Σαντάλ Μουφ (Santal Mοuffe), κατανοεί πολύ καλά τον τρομακτικό κίνδυνο οι φόβοι και οι ανεδαφικές ή ανεκπλήρωτες προσδοκίες των μεσαίων τάξεων να γίνονται καλή τροφή και αστείρευτη πηγή δύναμης για το σκληρό δεξιό πολιτικό και κοινωνικό πρόγραμμα παντού στην Ευρώπη (όπως π.χ. έγινε ήδη με το «Κίνημα 5 Αστέρων στην Ιταλία»). Τουλάχιστον τώρα, με αφορμή το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων», η Μουφ το λέει πολύ καθαρά.
Κατ' αρχάς, δεν υπάρχει μία και ενιαία «μεσαία τάξη καθεαυτήν». Υπάρχουν ποικίλα μεσαία κοινωνικά στρώματα, νέα και παλαιά, μισθωτών, αυτοαπασχολούμενων ή μικρών επιχειρηματιών, με συμφέροντα συχνά αντικρουόμενα μεταξύ τους. Μοναδικός κοινός παρονομαστής είναι ο κοινωνιολογικός-οικονομικός προσδιορισμός, που ορίζει ως «μεσαία τάξη» ένα σύνολο πολιτών, τα εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία των οποίων περικλείονται ανάμεσα σε αριθμητικά προσδιορισμένα άνω και κάτω όρια (π.χ. ανάμεσα στο 70 % και στο 150 % του διάμεσου εισοδήματος μιας κοινωνίας - και όχι του αριθμητικού μέσου όρου - ή και ανάμεσα σε αντίστοιχα όρια περιουσιακών στοιχείων).
Τυπικό λάθος με μεγάλη πολιτική επίπτωση, που το κάνουν τόσο αριστεροί όσο και φιλελεύθεροι, είναι η εξαίρεση από την σημερινή «μεσαία τάξη» των μισθωτών «μεσαιοταξιτών», δηλαδή κατά πρώτο λόγο των υψηλόμισθων στελεχών του ευρύτερου δημόσου τομέα και κυρίως του βαθέος κράτους, συν τους λίγους εκείνους που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα με ανάλογες αμοιβές.
Αυτό που παρατηρούμε - και όχι μόνον τώρα - είναι το εξής: Πολλές ομάδες της «μεσαίας τάξης», είτε υψηλόμισθων του βαθέος κράτους, είτε αυτοαπασχολούμενων, είτε μικρών επιχειρηματιών, είναι άκρως «ρεαλιστές»: Σκεπτόμενοι με σκληρό «ρεαλισμό» (που καταντά όμως μακροπρόθεσμα αυτοκαταστροφικός), έχουν αποδεχτεί και εμπεδώσει ότι με τον σημερινό συσχετισμό κοινωνικών δυνάμεων - και μέχρι νεωτέρας - ταξικοί τους αντίπαλοι στην πράξη είναι οι πιο φτωχοί και όχι οι υπερπλούσιοι. Αυτοί οι «μεσαιοταξίτες» ξέρουν ότι από το οικονομικά κορυφαίο 1 % ή 10 %, δεν είναι προς το παρόν εφικτό να αποσπάσουν κομμάτι της πίτας. Με αυτόν τον περιορισμό δεδομένο, η επακόλουθη κοινωνική, πολιτική και ηθική επιλογή τους είναι να αναπτύσσουν κυρίως ταξικό αγώνα «εκ των άνω προς τα κάτω»: Διεκδικούν μέχρι και την τελευταία μπουκιά από το στόμα των ασθενέστερων, των πιο ευάλωτων και επισφαλών. Των ανέργων, των συνήθων μισθωτών του ιδιωτικού τομέα (εκείνων με τη σπάθα της απόλυσης να κρέμεται πάνω από το σβέρκο τους), και ιδίως των συνήθων νέων που προέρχονται από συνήθεις οικογένειες.
Αυτοι οι «μεσαιοταξίτες» δεν θέλουν να μοιράζονται. Προπαντός, δεν θέλουν να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους.
Και έχουν ισχυρούς συνηγόρους· ακόμη και με την νομική έννοια του όρου.
Πρέπει να σημειωθεί όμως, ότι μέχρι και η συνοδοιπόρος και συνεχίστρια του έργου του Λακλάου, η Σαντάλ Μουφ (Santal Mοuffe), κατανοεί πολύ καλά τον τρομακτικό κίνδυνο οι φόβοι και οι ανεδαφικές ή ανεκπλήρωτες προσδοκίες των μεσαίων τάξεων να γίνονται καλή τροφή και αστείρευτη πηγή δύναμης για το σκληρό δεξιό πολιτικό και κοινωνικό πρόγραμμα παντού στην Ευρώπη (όπως π.χ. έγινε ήδη με το «Κίνημα 5 Αστέρων στην Ιταλία»). Τουλάχιστον τώρα, με αφορμή το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων», η Μουφ το λέει πολύ καθαρά.
Κατ' αρχάς, δεν υπάρχει μία και ενιαία «μεσαία τάξη καθεαυτήν». Υπάρχουν ποικίλα μεσαία κοινωνικά στρώματα, νέα και παλαιά, μισθωτών, αυτοαπασχολούμενων ή μικρών επιχειρηματιών, με συμφέροντα συχνά αντικρουόμενα μεταξύ τους. Μοναδικός κοινός παρονομαστής είναι ο κοινωνιολογικός-οικονομικός προσδιορισμός, που ορίζει ως «μεσαία τάξη» ένα σύνολο πολιτών, τα εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία των οποίων περικλείονται ανάμεσα σε αριθμητικά προσδιορισμένα άνω και κάτω όρια (π.χ. ανάμεσα στο 70 % και στο 150 % του διάμεσου εισοδήματος μιας κοινωνίας - και όχι του αριθμητικού μέσου όρου - ή και ανάμεσα σε αντίστοιχα όρια περιουσιακών στοιχείων).
Τυπικό λάθος με μεγάλη πολιτική επίπτωση, που το κάνουν τόσο αριστεροί όσο και φιλελεύθεροι, είναι η εξαίρεση από την σημερινή «μεσαία τάξη» των μισθωτών «μεσαιοταξιτών», δηλαδή κατά πρώτο λόγο των υψηλόμισθων στελεχών του ευρύτερου δημόσου τομέα και κυρίως του βαθέος κράτους, συν τους λίγους εκείνους που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα με ανάλογες αμοιβές.
Αυτό που παρατηρούμε - και όχι μόνον τώρα - είναι το εξής: Πολλές ομάδες της «μεσαίας τάξης», είτε υψηλόμισθων του βαθέος κράτους, είτε αυτοαπασχολούμενων, είτε μικρών επιχειρηματιών, είναι άκρως «ρεαλιστές»: Σκεπτόμενοι με σκληρό «ρεαλισμό» (που καταντά όμως μακροπρόθεσμα αυτοκαταστροφικός), έχουν αποδεχτεί και εμπεδώσει ότι με τον σημερινό συσχετισμό κοινωνικών δυνάμεων - και μέχρι νεωτέρας - ταξικοί τους αντίπαλοι στην πράξη είναι οι πιο φτωχοί και όχι οι υπερπλούσιοι. Αυτοί οι «μεσαιοταξίτες» ξέρουν ότι από το οικονομικά κορυφαίο 1 % ή 10 %, δεν είναι προς το παρόν εφικτό να αποσπάσουν κομμάτι της πίτας. Με αυτόν τον περιορισμό δεδομένο, η επακόλουθη κοινωνική, πολιτική και ηθική επιλογή τους είναι να αναπτύσσουν κυρίως ταξικό αγώνα «εκ των άνω προς τα κάτω»: Διεκδικούν μέχρι και την τελευταία μπουκιά από το στόμα των ασθενέστερων, των πιο ευάλωτων και επισφαλών. Των ανέργων, των συνήθων μισθωτών του ιδιωτικού τομέα (εκείνων με τη σπάθα της απόλυσης να κρέμεται πάνω από το σβέρκο τους), και ιδίως των συνήθων νέων που προέρχονται από συνήθεις οικογένειες.
Αυτοι οι «μεσαιοταξίτες» δεν θέλουν να μοιράζονται. Προπαντός, δεν θέλουν να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους.
Και έχουν ισχυρούς συνηγόρους· ακόμη και με την νομική έννοια του όρου.
![]() ![]() |
| Georg Grosz: «Τα Στηρίγματα της Κοινωνίας» (1926) και «Πολιτική Συζήτηση» |









