Δευτέρα 15 Απριλίου 2019

Πάλη για την ηγεμονία: Ποιός έχει την εξουσία να ορίζει για ποιούς λόγους να αγανακτούμε; Νεανική διαμαρτυρία για το κλίμα & διαμαρτυρία ενάντια στη διαμαρτυρία

του Άλμπρεχτ φον Λούκε

© Blätter für deutsche und internationale Politik - Albrecht von Lucke: «Fridays for Future»: Der Kampf um die Empörungshoheit - Wie die junge Generation um ihre Stimme gebracht werden soll, τεύχος 3/2019 (Μάρτιος 2019)
  
Εδώ και πολλά χρόνια βλέπουμε το ίδιο τελετουργικό: Κάθε τέλος του έτους, συνήθως στις αρχές Δεκεμβρίου, διεξάγεται μια παγκόσμια διάσκεψη για το κλίμα που καταγράφει την δραματική παγκόσμια κατάσταση και εκφράζει δυσαρέσκεια γι' αυτήν. Όμως, κάθε χρονιά, ήδη αμέσως μετά τα Χριστούγεννα, το θέμα έχει ξεχαστεί. Και το μόνο που συμβαίνει, είναι να το θυμούνται ξανά στο τέλος του επόμενου έτους [1]. «Η ίδια διαδικασία όπως κάθε χρόνο». Αυτό είναι απίστευτα βολικό για όλους εκείνους που επωφελούνται από την εκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων, είτε ως παραγωγοί με τεράστια περιθώρια κέρδους είτε ως καταναλωτές με φτηνές τιμές της ενέργειας·- ωστόσο είναι καταστροφικό για εκείνους που είναι ήδη «μισοπνιγμένοι», με «το νερό φτάνει μέχρι το λαιμό τους», ιδιαίτερα στις χώρες του παγκόσμιου Νότου.
Όμως τούτη τη χρονιά η κατάσταση είναι διαφορετική: Για πρώτη φορά, το θέμα δεν εξαφανίστηκε από τα πρωτοσέλιδα μετά την αλλαγή του χρόνου. Δύο παράγοντες παίζουν καθοριστικό ρόλο σ΄ αυτή τη νέα κατάσταση, ένας αντικειμενικός και ένας υποκειμενικός.
Η «ηγεσία» του μαθητικού κινήματος «Fridays for Future» στη Γερμανία, σε διάσκεψη τύπου σε μουσείο. Από αριστερά Svenja Kannt, Sebastian Grieme, Linus Steinmetz, Šana Strahinjić
[Το καλοκαίρι της «ξηρασίας του αιώνα» & η δραστηριοποίηση του «υποκειμενικού παράγοντα»]
Ο πρώτος παράγοντας είναι το γεγονός ότι το 2018 είχαμε το «καλοκαίρι του αιώνα» [στη Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη πρωτοφανής ξηρασία διαρκείας, εδώ στο Μεσογειακό Νότο έβρεχε  κάθε μέρα ολόκληρο σχεδόν τον Ιούλιο]. Από την ασυνήθιστη ξηρασία του περασμένου έτους, ακόμη και τα βόρεια γεωγραφικά πλάτη πήραν μια γεύση του πόσο ευμετάβλητο έχει γίνει το κλίμα, πόσο ευαίσθητη, ασταθής και «ευάλωτη» είναι η ισορροπία του, και πόσο ανεπανόρθωτες απώλειες υφιστάμεθα ήδη. Αρκεί να σκεφτούμε, ότι εκτός από τις τεράστιες απώλειες στις γεωργικές καλλιέργειες, παρατηρείται ευρείας έκτασης αφανισμός των εντόμων και μεγάλη μείωση του αριθμού πολλών ειδών πουλιών.[2] Ωστόσο, αυτός ο αντικειμενικός παράγοντας πιθανότατα θα είχε ήδη ξεχαστεί, αν δεν είχε επιπροστεθεί και ένας δεύτερος, αυτός που μπορεί να αποκληθεί υποκειμενικός παράγοντας, ίσως ακόμη και νέο «πολιτικό υποκείμενο».
Η Greta Thunberg σε διαδήλωση μαθητών στη Γενεύη. «Εξαγωγή επανάστασης» για το κλίμα;
Αρχή ήταν η εμφάνιση και καθιστική διαμαρτυρία της νεαρής Σουηδής Γκρέτα Τούνμπεργκ (Greta Thunberg), η οποία διαδήλωνε για μήνες, έξω από το σουηδικό Κοινοβούλιο στη Στοκχόλμη, μόνη της, με το σύνθημα εναντίον της αλλαγής του κλίματος στο πλακάτ της, και στη συνέχεια εμφανίστηκε στο Παγκόσμιο Συνέδριο για το Κλίμα, στο Κατοβίτσε της Πολωνίας, όπου απευθύνθηκε στην περιβαλλοντική συνείδηση ​​του κόσμου με έναν λόγο που έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση. Αλλά εδώ και αρκετό καιρό το παράδειγμά της έχει δημιουργήσει «σχολή»· και όπως δείχνουν οι διαρκείς, επαναλαμβανόμενες διαμαρτυρίες των νέων και των μαθητών, από αυτό έχει προκύψει ένα νέο κίνημα της γενιάς της.
Η ανησυχία και μέλημά τους είναι η πιο σαφής, απλή και δικαιολογημένη που μπορεί κανείς να σκεφτεί: Όπως αναφέρουν οι εκθέσεις της IPCC κάθε χρόνο, ο κόσμος χάνει τον αγώνα δρόμου που αφορά την πολιτική για το κλίμα. Εξ ού και η απαίτησή τους από τους πολιτικούς: Αναλάβατε δράση επιτέλους! Ανταποκριθείτε στη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα, εκπληρώστε τα συμφωνημένα! Άν δεν το κάνετε, διακυβεύτετε το δικό μας μέλλον! «Δεν μπορούμε να επιλύσουμε μια κρίση άν δεν την αντιμετωπίσουμε ως κρίση», ήταν το κεντρικό μήνυμα της ομιλίας της Γκρέτα Τούνμπεργκ στο Κατοβίτσε. Και στη συνέχεια, στη δεύτερη ομιλία της, που προκάλεσε όχι λιγότερη εντύπωση, την οποία εκφώνησε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, είπε: 
«Θέλω να δράσετε όπως δρουν σε μια κρίση. Θέλω να δράσετε λες και έχει πάρει φωτιά το σπίτι σας. Γιατί όντως έχει πάρει φωτιά». 
Έτσι, η Γκρέτα Τούνμπεργκ φέρνει στο προσκήνιο την κατάσταση σε όλο το δράμα της. Προηγουμένως, ακούγαμε συνεχώς πανηγυρικούς και κηρύγματα για το μέλλον των επόμενων γενεών, σήμερα γνωρίζουμε ότι οι γενεές που θα πληγούν σοβαρά από την κλιματική αλλαγή έχουν γεννηθεί εδώ και καιρό. 
Στην πραγματικότητα, θα έπρεπει λοιπόν να σκεφτόταν οι πάντες ότι οι ανησυχίες της νεότερης γενεάς αξίζουν την καθολική αναγνώριση, δεδομένου του τεράστιου χάσματος μεταξύ της παγκόσμιας κρίσης και της πολιτικής απραξίας. Ωστόσο, από την αρχή, εξίσου ισχυρή με τη διαμαρτυρία ήταν και η διαμαρτυρία ενάντια στη διαμαρτυρία. Χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα, αμφισβήτησαν το αναδυόμενο κίνημα, υποστηρίζοντας ότι στερείται νομιμοποίησης και εύλογων επιχειρημάτων. Για να το πούμε χωρίς περιστροφές, «το κατεστημένο» απάντησε στα πυρά που δεχόταν· και μάλιστα άνοιξε πυρ με τα όπλα του μεγαλύτερου διαμετρήματος που μπορεί να φανταστεί κανείς.  

«Δύστυχη Γκρέτα !» - «Ποιά είναι αυτή που μιλάει; Κυττάχτε 'δώ, παιδιακίσια καμώματα !»
Από την αρχή, η προσπάθεια απονομιμοποίησης κατευθύνθηκε πρωτίστως εναντίον της νεαρής Σουηδής ως προσώπου του αντιπρσωπεύει το όλο κίνημα. Αμέσως προβλήθηκε «τι δεν είναι σωστό ή δεν πάει καλά στην ομιλία της νεαρής Γκρέτα» [3]. Επειδή εκπροσωπούσε μια περιβαλλοντική οργάνωση - «μιλώ εξ ονόματος της οργάνωσης Climate Justice Now» - υπαινίχθηκαν ότι την όλη ομιλία της δεν την συνέταξε η ίδια, αλλά μάλλον «την ψιθύρισαν στο αυτί της» κάποιοι ενήλικες. Η Γκρέτα Τούνμπεργκ δυσφημίστηκε ως απλή μαριονέτα, την οποία χρησιμοποιούν εγωιστές ενήλικες ως πολιτικό εργαλείο, ή ακόμη και ως ελεγχόμενη από άλλους [4]. Κορύφωση όλων αυτών ήταν η παράλογη κατηγορία ότι στην περίπτωση της Γκρέτα έχουμε να κάνουμε με εκμετάλλευση παιδικής εργασίας [5].
Η στρατηγική που κρύβεται πίσω από όλα αυτά είναι ολοφάνερη: Αντί να ασχοληθούν με το περιεχόμενο της ομιλίας της Γκρέτα Τούνμπεργκ και να αντιμετωπίσουν τα επιχειρήματά της, και αντί να αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες που εκφράζουν οι νεανικές διαδηλώσεις, τίθεται υπό ριζική αμφισβήτηση η αξιοπιστία τους. Αυτό γίνεται με δύο τρόπους: Πρώτον με τον στοχευμένο ισχυρισμό ότι «όλα αυτά είναι παιδιακίσια καμώματα» (Infantilisierung) - εφόσον οι δρώντες παράγοντες είναι παιδιά, έφηβοι και νεαροί, τα επιχειρήματά τους δεν μπορεί να είναι ώριμες σκέψεις, άρα δεν πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη - και δεύτερον, σε ακόμη πιο «υψηλό» επίπεδο, με μια ερασιτεχνική ψυχολογική ερμηνεία που φτάνει μέχρι και να θεωρεί τα νεαρά κινητοποιημένα άτομα ως  παθολογικές περιπτώσεις. 
[Παιδιά-μαριονέτες πονηρών ενηλίκων; Μια «Γκρέτα-Πίπη Φακιδομύτη» που κάνει άνω-κάτω τα σχολεία μας σε όλη την Ευρώπη;]
«Εύλογη φαίνεται ακόμη και η εξής τολμηρή θέση», γράφει ο δημοσιογράφος Ζεμπάστιαν Ζίγκλερ (Sebastian Sigler) στο «Tichys Einblick»: «Τα παιδιά και οι νέοι που διαμαρτύρονται ενάντια σε συγκεκριμένα βιομηχανικά σχέδια ή διαδηλώνουν υπέρ της παγκόσμιας ειρήνης, για το κλίμα και για έναν καλύτερο κόσμο, τα κάνουν όλα αυτά διότι ελπίζουν να λάβουν ως ανταμοιβή για την πράξη τους “κοινωνική ευαρέσκεια” ή δημοφιλία». Έτσι, οι επικριτές αυτοί αρνούνται κάθε είδος αυτόβουλης συμπεριφοράς των νέων, επειδή τα πραγματικά κίνητρα και το υπόβαθρο τους, όπως ισχυρίζεται ο Ζίγκλερ, είναι προφανή:
«Ακολουθούν τις κατευθύνσεις και το παράδειγμα μιας αριθμητικά ισχυρής ομάδας ενηλίκων, η οποία από πολιτική άποψη είναι τοποθετημένη πολύ αριστερά. Οι άνθρωποι που ανήκουν σ' αυτή την ομάδα ενηλίκων είναι δυσαρεστημένοι, επειδή σε τούτο τον κόσμο της καθημερινής ζωής και με την οικονομία της αγοράς να λειτουργεί καλά, τα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά όνειρα και ευσεβείς πόθοι τους έχουν για τον ένα ή τον άλλο λόγο διαλυθεί και γίνει αέρας».
Και για να προστατευθούν από τις δυνάμεις του κακού αυτά τα νεαρά άτομα που ακολουθούν λάθος οδηγούς και λάθος δρόμο (ιδίως η «δύστυχη Γκρέτα», όπως την αποκαλούν υποτιμητικά), η επιχειρηματολογία καταλήγει σε καλοπροαίρετο πατερναλισμό:
«Η Γκρέτα αξίζει τη συμπόνοια μας. Αυτό το κορίτσι δεν ακτινοβολεί εκείνη τη χαρά και ευτυχία η οποία δείχνει μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία, αλλά οι πράξεις της μοιάζουν καθοδηγούμενες, ελεγχόμενες από άλλους».
Έτσι, με το να λαμβάνουν υπό την προστασία τους την Γκρέτα Τούνμπεργκ, αναιρούν και απαξιώνουν εντελώς το περιεχόμενο των ενεργειών της. Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο: Ταυτόχρονα ισχυρίζονται ότι συμβαίνει μια συνωμοσία καταστροφικών διαστάσεων:
«Αυτό το παιδί, η Γκρέτα», παραθέτει επιδοκιμαστικά ο Ζίγκλερ το σχόλιο ενός από τους αναγνώστες του, «ξεκίνησε ένα είδος σταυροφορίας για να διαφωτίσει πλήθη άλλων παιδιών, να τα πείσει να την κοπανήσουν από το σχολείο και να παλέψουν υπέρ της θρησκείας του κλίματος”· Αυτή η Γκρέτα-Πίπη Φακιδομύτη «κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να ξεκινήσει η νέα εποχή αυτής της θρησκείας: Η ιστορία, οι πλεξούδες, η σοβαρότητα, ο φανατισμός χωρίς όρια, η ακτινοβολία και η αύρα μιας αγίας γεμάτης αυτοπεποίθηση»[6]
Hambacher Forst, Βόρεια Ρηνανία: Λιγνιτωρυχεία για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ή δάσος. Μια διαμάχη που κρατάει χρόνια
[Σε τί επικεντρώνονται πολιτικά οι ισχυρισμοί των «σκεπτικιστών του κλίματος»; - Στρατηγικές άμυνας και οχυρώσεις]
Αυτό που προχωράει πέρα από την «ερμηνεία», πιο συγκεκριμένα η δυσφήμιση ενός δραστηριοποιημένου νεαρού ατόμου, δεν λειτουργεί. Αλλά ακριβώς επειδή τούτη η «επιχειρηματολογία» ηχεί εξίσου κακόβουλη όσο και υπερβολική, με την υπερβολή της αποκαλύπτει πολλά. Θέτει προς συζήτηση τον πραγματικό πυρήνα των ισχυρισμών και των κατηγοριών πολλών από τους λεγόμενους «σκεπτικιστές του κλίματος»: Ότι αυτά που προκύπτουν από το σύνολο των επιστημονικών ερευνών για το κλίμα, οι οποίες εδώ και χρόνια αποδεικνύουν την όλο και πιο καταστροφική αλλαγή του κλίματος, σχετίζονται σε τελευταία ανάλυση με έναν νέο ολοκληρωτισμό που έχει τη μορφή θρησκείας του κλίματος. Όλες αυτές οι κατηγορίες, είτε αφορούν τον χαρακτήρα της Γκρέτα, είτε τις υποτιθέμενες προθέσεις των δήθεν «κρυφών υποστηρικτών» της, σε τελευταία ανάλυση επιδιώκουν τον ίδιο στόχο: Να βάλουν φίμωτρο στη νεαρή γυναίκα και έτσι, να μη χρειαστεί να εκτεθούν οι ίδιοι με το να εκθέσουν τα δικά τους επιχειρήματα. Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρούν να οχυρωθούν, να αποκτήσουν ανοσία έναντι οποιασδήποτε κριτικής του δικού τους τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης που κατατρώγει τους φυσικούς πόρους.  
Ωστόσο, και εδώ είναι το αξιοσημείωτο, όλες αυτές οι κατηγορίες - όσο ριζική και να είναι η απόρριψη που εκφράζουν - μέχρι στιγμής δεν έχουν καταφέρει τίποτε. Το αντίθετο: Οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας έχουν αυτονομηθεί εδώ και καιρό, έχουν «χειραφετηθεί» από την «δημιουργό» τους, τη Γκρέτα Τούνμπεργκ. Η νεαρή Σουηδή λειτούργησε απλά και μόνον ως καταλύτης, αλλά η φύση και το περιεχόμενο της διαμαρτυρίας της μιλούν τώρα από μόνα τους: Τώρα, στο τέλος κάθε διδακτικής εβδομάδας απέχουν από το σχολείο και διαδηλώνουν μαθήτριες και μαθητές σε όλη την Ευρώπη, σε μεγαλύτερο αριθμό στη Γερμανία, υπό το σύνθημα «Παρασκευές για το μέλλον» (Fridays for Future). Το βασικό τους κίνητρο δηλώνεται έμμεσα αλλά σαφώς: «Ποιός ο λόγος να μαθαίνουμε για το μέλλον, άν δεν έχουμε μέλλον!» 
Ένα νέο κίνημα διαμαρτυρίας, έργο μιας νέας γενιάς
Προφανώς είχε ωριμάσει ο χρόνος για να ξεσπάσει αυτό το κίνημα διαμαρτυρίας (έστω και αν η καγκελάριός μας υποψιάζεται ότι υπάρχουν πίσω του «εξωτερικές επιρροές»).[7] Ωστόσο, εν τω μεταξύ, η διαμαρτυρία ενάντια στη διαμαρτυρία έχει τώρα ανέβει σε ένα δεύτερο, ακόμα πιο ριζοσπαστικό επίπεδο. Έφτασε να στοχοποιεί όλους εκείνους που αφιερώνουν τις προσπάθειές τους στην προστασία του περιβάλλοντος. Δεν κάνουν καμιά διάκριση ανάμεσα στην οργάνωση «Γερμανική Περιβαλλοντική Υποστήριξη» («Deutsche Umwelthilfe»), η οποία προσφεύγει στα δικαστήρια για να συμμορφωθούν οι δήμοι και άλλες αρμόδιες υπηρεσίες με τη νομοθεσία για τα μέγιστα επιτρεπόμενα όρια εκπομπής οξειδίων του αζώτου [εκπέμπονται κυρίως από αυτοκίνητα με κινητήρες Diesel] και στις οικολογικές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, οι οποίες απαιτούν το τέλος της εξόρυξης γαιάνθρακα και λιγνίτη· οι διαμαρτυρόμενοι εναντίον της διαμαρτυρίας πιστεύουν ότι όλοι αυτοί οι φορείς είναι μέλη ενός νέου σύνθετου συνόλου στο οποίο «διαπλέκονται» η οικολογία και τα μέσα ενημέρωσης. Και για να διαψεύσουν τις ανησυχίες και την επιχειρηματολογία των οργανώσεων τούτων, χρησιμοποιούν και τα όπλα του μεγαλύτερου διαμετρήματος, δηλαδή επιχειρήματα σχετικά με τη φιλοσοφία της ιστορίας.
Το άλλο στρατόπεδο: Ενάντια στα όρια ταχύτητας
[Η διαμαρτυρία ενάντια στη διαμαρτυρία: Αντεπίθεση σε επίπεδο φιλοσοφίας της ιστορίας και συνωμοσιολογία]
Σ' αυτό το είδος επιχειρηματολογίας ιδιαίτερες ικανότητες έχει επιδείξει ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Welt» Ουλφ Πόσαρντ (Ulf Poschardt). Σύμφωνα με την άποψή του - ή ακριβέστερα σύμφωνα με τον υπαινιγμό του:
«μέσα στον κόσμο των “αξιοπρεπών” καικαθώς πρέπειπολιτών, αρχίζουν να συσσωρεύονται τα νέφη και οι θύελλες ενός ακόμη μεγαλύτερου τυφώνα αρετής [Tugendorkan]: Είναι ο εκκοσμικευμένος Καλβινισμός» [8].
Κατά τον Poschardt, το περιβαλλοντικό κίνημα δεν έχει χαρακτήρα ορθολογικό, αλλά απλά θρησκευτικό. Και όπως κάθε θρησκεία, έχει και αυτό τους ιερείς του. «Όπως στον Καλβινισμό έτσι και εδώ, οι αναμάρτητες ελίτ προσδιορίζουν τι είναι σωστό και τι είναι λάθος», λέει ο Poschardt. Στό τέλος, το κράτος γίνεται το εκτελεστικό όργανο της ηθικής που επιλέγουν οι εκλεκτοί, κατά το πρότυπο μιας νέας «πολιτισμικής επανεκπαίδευσης» [«Umerziehungskultur» - ο υπαινιγμνός του Πόσαρντ αναφέρεται στο ομώνυμο («Umerziehung», αγγλ. «Reeducation») πρόγραμμα πολιτισμικής - δημοκρατικής επανεκπαίδευσης της γερμανικής κοινωνίας, που επιβλήθηκε από τις τέσσερις νικήτριες δυνάμεις κατοχής μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ως μέρος της αποναζιστικοποίησης]. Πίσω από αυτή την «εκκοσμικευμένη Καλβινιστική κοινότητα», ο Poschardt ανακαλύπτει και αποκαλύπτει ένα συνωμοτικό σχήμα τεραστίων διαστάσεων, δηλαδή
«μια διαπλοκή της Πράσινης πολιτικής με επιχορηγούμενες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και με ένα σύνολο μιντιακών και πολιτιστικών φορέων· την αλληλοαναγνώριση που απολαύουν όλοι αυτοί, την χρησιμοποιούν για να σηματοδοτήσουν στην κοινωνία ότι είναι οι μόνοι και αληθινοί εκλεκτοί».
Τα πολύ υψηλά ποσοστά υποστήριξης προς τους Πράσινους στις τρέχουσες δημοσκοπήσεις έχουν οδηγήσει αυτήν την «κοινότητα» σε νέα κορύφωση υπεροψίας, λέει ο Πόσαρντ. Όλοι αυτοί βλέπουν με κατάπληξη την ηθική ανωριμότητα των άλλων, εκείνων που δεν καταλαβαίνουν γρυ ούτε από απαγορεύσεις της κυκλοφορίας πετρελαιοκίνητων ΙΧ μέσα στις πόλεις, ούτε από ανώτατα όρια ταχύτητας στους αυτοκινητόδρομους, ούτε από τα κακά της κρεοφαγίας, ούτε από τα πυροτεχνήματα και τις κροτίδες μεγέθους οβίδας πυροβολικού που πέφτουν τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς και τους νεκρούς τους, συνεχίζει ο Πόσαρντ. Η νοοτροπία των νέων αρχιερέων φαίνεται καθαρά, λέει: «Αυτοί έχουν πάντα δίκιο, αυτοί είναι πάντα οι καλοί, ξέρουν τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, και ξέρουν τα πάντα καλύτερα· και δεν έχουν κανένα πρόβλημα να βάλουν τους εαυτούς τους πάνω από τους άλλους, τους αμαρτωλούς». Από την άλλη πλευρά, εκείνους, όλους τους άλλους δηλαδή, τους θεωρούν «ανώριμους, αγύριστα κεφάλια, παραβατικούς». Με λίγα λόγια, σύμφωνα με την κατά Poschardt διάγνωση η οποία εικάζει ότι λαμβάνει χώρα μια «επανεκπαίδευση», όχι μόνον «επανεκπαιδεύονται» τα μεμονωμένα άτομα, αλλά ολόκληρη η κοινωνία πολώνεται προς τις πράσινες ιδέες με τρόπο ιεραποστολικό.
 
Hambacher Forst, Βόρεια Ρηνανία: «Δενδρόσπιτα» και «δασοχωριά» ακτιβιστών
[Αγώνας για την κοινωνική ηγεμονία και θεολογικές ερμηνείες: Πίσω στο 1970;]
Όσο και να φαίνεται παράλογη η κατηγορία της κατάχρησης και η αναπόδεικτη μομφή περί «πράσινης θρησκείας», ωστόσο όλα αυτά θυμίζουν έντονα τις πολύ φορτισμένες ιδεολογικά συζητήσεις της δεκαετίας του 1970. Και τότε, ο συντηρητικός κοινωνιολόγος Χέλμουτ Σέλσκυ (Helmut Schelsky) προέβαλε τον ισχυρισμό περί κυριαρχίας ενός νέου «ιερατείου». Όμως ο Σέλσκυ, την κατηγορία για εργαλειοποίηση του θρησκευτικού αισθήματος δεν την απηύθυνε τότε ενάντια στους νεαρούς διαδηλωτές ειλικρινών προθέσεων, αλλά ενάντια στους διανοούμενους του αντίπαλου στρατοπέδου, δηλαδή της Αριστεράς, ως μέρος μιας συζήτησης επί ίσοις όροις [9]. Παρόλα αυτά, η στρατηγική του Σέλσκυ στο πεδίο εκείνης της παλιάς μάχης μοιάζει αρκετά με το πώς σχεδιάζει τώρα τη δική του στρατηγική στο νέο πεδίο της ιδεολογικής μάχης ο Πόσαρντ: Ο Σέλσκυ έβλεπε τότε να διεξάγεται μια πάλη για την κυριαρχία, για την κοινωνική ηγεμονία, η οποία αυτοπαρουσιαζόταν ως ταξικός αγώνας νέου τύπου, ωστόσο, σύμφωνα με εκείνον, σ΄ αυτήν την πάλη αντικατοπτριζόταν «η πανάρχαια και μόνιμη στην ευρωπαϊκή ιστορία σύγκρουση μεταξύ κοσμικής και θρησκευτικής κυριαρχίας, ενδεδυμένη απλώς με σύγχρονο ένδυμα». Στη μια πλευρά της σύγκρουσης έβλεπε τους ιερείς, δηλαδή τους διανοούμενους - φυσικά αριστερούς και επικριτές του καπιταλισμού -, ως την τάξη των δημαγωγικών «διαμεσολαβητών του πνευματικού νοήματος και της σωτηρίας» (Sinn- und Heilsvermittler). Ο Σέλσκυ τους αντιμετώπιζε ως «φορείς μιας νέας επαγγελίας της σωτηρίας της κοινωνίας»[11]· τούτη την επαγγελία επιχειρούσαν να την εισαγάγουν ή επιβάλουν στην λοιπή κοινωνία - εν πρώτοις στους εργαζόμενους που παράγουν τα βασικά για την ζωή αγαθά και συνακόλουθα σε όλους που βρίσκονται στην άλλη, στην κοσμική πλευρά.
Επειδή οι διανοούμενοι διεκδικούν την κυριαρχία με εργαλεία τη χειραγώγηση και την κατήχηση, ο Σέλσκυ έβλεπε τον κίνδυνο να δημιουργηθεί μια νέα θρησκεία της σωτηρίας, η οποία στο τέλος θα αποβεί εις βάρος εκείνων που κατά κύριο λόγο δημιουργούν τον πλούτο της χώρας. Γι' αυτό τον λόγο, συνέχιζε στη ρητορική του ο Σέλσκυ, είναι σημαντικό να υπερασπιστούμε τα επιτεύγματα του Διαφωτισμού - κόντρα στους «νέους κοινωνικο-θρησκευτικούς σκοταδιστές», «οι οποίοι χρησιμοποιούν τις δυσαρέσκειες του σήμερα με τρόπο ιεραποστολικό, για να βάλουν τα θεμέλια μιας νέας υστερίας βασισμένης στην πίστη και να επιβάλουν τη δική τους κοινωνικο-θρησκευτική κυριαρχία».[12] 
Περσινά ξινά σταφύλια σε καινούργιο γυαλιστερό περιτύλιγμα. Από τον Σέλσκυ στον Πόσαρντ 
Ο Σέλσκυ ισχυρίστηκε τότε ότι «οι θέσεις που αναπτύσσονται [από τον ίδιο] στο βιβλίο αυτό δεν θα ξεπεραστούν γρήγορα ως παρωχημένες και ανεπίκαιρες· ίσως αντέξουν και διατηρήσουν την εγκυρότητά τους για πολλές γενιές».[13] Εξάλλου, και ο (αντι-δημοκράτης [που ακολούθησε τον φασισμό του Μουσολίνι]) Ζωρζ Σορέλ (Georges Sorel) είχε ήδη κάνει τις ίδιες παρατηρήσεις δύο ή τρεις γενιές πριν τον Σέλσκυ και στη συνέχεια έθεσε το μόνο σημαντικό κατ' αυτόν ερώτημα: «Τι θα μας εξασφαλίζει τα προς το ζην, αύριο;»
Πράγματι, οι θεωρίες του Σέλσκυ επιστρέφουν σήμερα ξαναζεσταμένες. Το πιο κλασσικό κομμάτι στο ρεπερτόριο του κάθε αντιδραστικού συντηρητισμού, είναι η διάδοση της υποψίας πως αυτό που παρακινεί τους μειονεκτούντες και «αποτυχημένους στη ζωή» να αρνούνται ότι οι πλούσιοι «έχουν κερδίσει επάξια τα προνόμια τους», είναι η μνησικακία. Αυτό επανεμφανίζεται τώρα ως μομφή για κοινωνικό φθόνο, εναντίον όλων εκείνων που αμφισβητούν το νόμιμο δικαίωμα της απόκτησης ενός τζιπ όλο και μεγαλύτερου κυβισμού. Και αυτό που αποκαλεί ο Σέλσκυ «εκκοσμικευμένη θρησκευτικότητα ως κοινωνική θρησκεία» είναι σύμφωνα με τον Πόσαρντ «εκκοσμικευμένος Καλβινισμός», δηλαδή ο αρχισυντάκτης της Welt μας σερβίρει περσινά ξινά σταφύλια σε καινούργιο γυαλιστερό περιτύλιγμα. Η βασική πρόθεση που κρύβεται πίσω από αυτή την επιχειρηματολογία του είναι η ίδια, δηλαδή η απονομιμοποίηση της οποιασδήποτε κριτικής. 
[Χθες «διανοούμενοι» εναντίον «παραγωγικών δυνάμεων», σήμερα «Πράσινοι, ΜΚΟ και μαθητές» εναντίον των «εργατών»]
Για το σκοπό αυτό, ο Πόσαρντ φιλοτεχνεί μια νέα εικόνα της διαδραματιζόμενης σύγκρουσης συμφερόντων: Στο σχήμα του Σέλσκυ, απέναντι και σε αντίθεση με τις «παραγωγικές δυνάμεις» στεκόταν οι διανοούμενοι· στο σχήμα του Πόσαρντ τη θέση των διανοούμενων παίρνουν το κόμμα των Πρασίνων, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις και οι μαθητές, και μάλιστα χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τί υπερασπίζονται όλοι αυτοί, δηλαδή τα οικολογικά θεμέλια της ζωής όλων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται φυσικά οι εργάτες και όλοι οι εργαζόμενοι. Επίσης, ο Πόσαρντ επιχειρηματολογεί χωρίς να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι αυτοί που επιβαρύνουν σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό το περιβάλλον είναι οι πιό εύποροι [και όχι οι εργάτες]· συνακόλουθα, είναι αυτοί προπαντός που πρέπει να αλλάξουν πιο πολύ τον τρόπο ζωής τους και το μοντέλο της κατανάλωσης τους, προκειμένου να γίνουν πράξη οι στόχοι των μαθητών. 
Επιπρόσθετα, υπάρχει και η εξής μικρή διαφορά: Στη δεκαετία του 1970 είχαμε πράγματι μπροστά μας ισχυρές και συντεταγμένες δυνάμεις αριστερών διανοουμένων·  ενώ σήμερα, οι μαθήτριες και οι μαθητές που τόσο τους φοβούνται και τους στοχοποιούν οι διάφοροι Πόσαρντ, είναι οπλισμένοι με όπλα κάθε άλλο παρά ιδεολογικά. Αντιθέτως, στο παλιό ερώτημα του Σορέλ - «Τι θα μας εξασφαλίζει τα προς το ζην, αύριο;» - οι μαθητές αυτοί αντιτάσσουν τον υπαρξιακό φόβο τους: «Εν τέλει, πώς θα είναι το δικό μας αύριο και πώς θα επιβιώσουμε;»
© Γελοιογραφία της εβδομαδιαίας εφημερίδας Die Freitag
«Ελευθερία εναντίον οικο-δικτατορίας»
 Όμως αυτό που προέχει για τον Πόσαρντ και τους ομοϊδεάτες του, δεν είναι τόσο οι θέσεις εργασίας των εργαζομένων, αλλά το μέλλον και η ευημερία των γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών. «Θέλουν να πάρουν το κεφάλι της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας», κάποιοι θέλουν «να ποινικοποιήσουν μια βιομηχανία-κλειδί», ψάλλει στην ίδια χορωδία ο ηγέτης του κόμματος των Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP) Κρίστιαν Λίντνερ (Christian Linder) και τον συνοδεύει ο Βαυαρός Χριστιανοκοινωνιστής Αντρέας Σόιερ (Scheuer, του CSU). Σύμφωνα με τον «Υπουργό Συγκοινωνιακής Πολεμικής» [«Verkehrspolemik» αντί «Verkehrspolitik», κατά την ειρωνική έκφραση της αντιπολιτευόμενης εφημερίδας του Μονάχου «Süddeutsche Zeitung»] η επιβολή υψηλότερης φορολόγησης στα ΙΧ με κινητήρες Diesel και ένα όριο ανώτερης ταχύτητας στις εθνικές οδούς είναι απλώς μέτρα «ενάντια σε κάθε λογική».
Συμπτωματικά, και οι τρεις - ο Πόσαρντ, ο Λίντνερ και ο Σόιερ - είναι πασίγνωστοι
«αυτοκινητόβιοι» [«Petrolheads» - αγγλικά στο πρωτότυπο γερμανικό κείμενο του Λούκε] και δεδηλωμένοι φανατικοί φίλοι των σπορ αυτοκινήτων. Και έτσι ο Πόσαρντ ανακηρύσσει την ελευθερία της φρενίτιδας, το να τρέχεις του σκοτωμού στους γερμανικούς αυτοκινητόδρομους, ως δήθεν τελευταίο καταφύγιο ελευθερίας του ανθρώπου σε έναν ολικά διεθυνόμενο κόσμο [«total verwaltete Welt» - ο Πόσαρντ εργαλειοποιεί ακόμη την γνωστή ιδέα του T. W. Adorno]. Όμως και για το θέμα αυτό, η πρωτοτυπία ανήκει σε ένα παλιό σύνθημα που μας έρχεται από τη δεκαετία του 1970 και εξακολουθεί να είναι εξίσου ηλίθιο όπως και τότε: «Ελεύθερη οδήγηση για ελεύθερους πολίτες!»
Οι «Βενζινοκέφαλοι» «έβαλαν χέρι» μέχρι και στον Αντόρνο !
Αντίθετα, οι κατά Πόσαρντ νεο-Καλβινιστές έχουν ως χαρακτηριστικό την «αρνητική σχέση τους με κάθε μορφή ελευθερίας - και κάτι ακόμη πιο αξιοσημείωτο, αγάπη για τις απαγορεύσεις». Γι' αυτούς, στόχος δεν είναι πια «ελευθερία έναντι του κράτους, αλλά μέσω του κράτους». Έτσι, σύμφωνα με τον Πόσαρντ, η τέτοια στάση τους έχει τάσεις ολοκληρωτισμού. 
Και σε τούτη την άποψή του, ο Πόσαρντ δεν είναι μόνος, αφού και ο νεοφιλελεύθερος Ράινερ Χανκ (Rainer Hank) της «Frankfurter Allgemeine Zeitung» ήδη βλέπει
να οικοδομείται μια «συμμαχία εκείνων που ρητορεύουν υπέρ των απαγορεύσεων και κάνουν κηρύγματα υπέρ του αυτοπεριορισμού», «που νομιμοποιούν την κυβερνητική παρέμβαση στην ατομική ελευθερία των πολιτών χρησιμοποιώντας ανώτερους ηθικούς στόχους. Για να προστατεύσουν το ανθρώπινο είδος, απογυμνώνουν το μεμονωμένο άτομο από τα δικαιώματα του ενηλίκου, του κάνουν μαθήματα και το νουθετούν σαν να είναι ανώριμο ανήλικο,  στο τέλος το καθιστούν εντελώς ανίσχυρο»
Και πάλι ο Κρίστιαν Λίντνερ του FDP χειροκροτεί αυτές τις σκέψεις και γράφει στο twitter εναντίον του ορίου ταχύτητας». «Καινοτομία αντί για επανεκπαίδευση». Ωστόσο, η χρήση του όρου αυτού υποβάλλει και αυτή μια τεράστια υποψία: Γιατί βέβαια, όπως μας διδάσκει η ιστορία, το να θέλεις την επανεκπαίδευση δεν απέχει πολύ από την επιβολή μιας δικτατορίας που επανεκπαιδεύει. Και αυτή η ανταλλαγή ιδεολογικών χτυπημάτων δεν είναι καθόλου νέα· είναι πολύ γνωστή από την εποχή της ίδρυσης του κόμματος των Πρασίνων [γύρω στο 1980]. Και ακόμη παλιότερα, στη δεκαετία του 1970, το σύνθημα «ελευθερία αντί για σοσιαλισμό», το χρησιμοποιούσαν εναντίον «των Κόκκινων» [Σοσιαλδημοκρατών, SPD]· αλλά τώρα το σύνθημα έγινε «ελευθερία αντί για οικολογική δικτατορία» και το χρησιμοποιούν εναντίον των Πρασίνων. Η ειρωνεία αυτής της ιστορίας είναι η εξής: Η πλευρά εκείνη, που κάθε τόσο εφευρίσκει μια νέα θεωρία περί ολοκληρωτισμού (υποτίθεται για να προστατεύσει την ελευθερία του κάθε ατόμου), είναι στην πραγματικότητα εκείνη που δαιμονοποιεί την αντίπαλη πλευρά, με σκοπό να καταπνίξει τη φωνή της.
Λονδίνο: Διαμαρτυρία για τον αφανισμό πολλών ειδών εντόμων (το κίνημα Extinction Rebellion)
Ποιος αποφασίζει για το τί θα κάνει τη χώρα να αγανακτήσει;  [«Δυσφημίζουν τα πρόβατα ως λύκους» για να συνεχίσουν οι αληθινοί «λύκοι» τη δράση τους ανενόχλητοι]
Γιατί όμως πολεμούν τα επιχειρήματα των νέων με τόσο μεγάλη σφοδρότητα; Πίσω από αυτό κρύβονται δύο πράγματα: Πρώτον, είναι τόσο προφανές ότι η διαμαρτυρία της νεολαίας έχει το δίκιο με το μέρος της - αρκεί να αναφερθεί ότι οι στόχοι της Γερμανίας για το κλίμα του έτους 2020 έχουν καταργηθεί εντελώς από την κυβέρνηση χωρίς να αντικατασταθούν με νέους -, ώστε η αντίπαλη πλευρά καταφεύγει στη σκέψη ότι πρέπει να καταπνίξει τη διαμαρτυρία εν τη γενέσει της. Δεύτερον, υπάρχει πάντα και το ζήτημα της σκληρής υπεράσπισης ιδιαίτερων συμφερόντων. Όπως επισημαίνει η δημοσιογράφος Κάτριν Χάρτμαν (Kathrin Hartmann) που γράφει για θέματα περιβάλλοντος στην εβδομαδιαία εφημερίδα Freitag, «κάθε φορά που διακυβεύονται τα προνόμια εκείνων που επωφελούνται από την καταστροφική δραστηριότητα, αυτοί επικαλούνται τον μπαμπούλα της οικο-δικτατορίας»Γι' αυτόν τον λόγο, δεν θέλουν να συζητιέται η προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος, η οποία είναι απαραίτητη για τη διατήρηση των συνθηκών της διαβίωσής μας, ως ζήτημα δικαιοσύνης έναντι του παγκόσμιου Νότου αλλά και των νεότερων γενεών, αλλά ως επιβολή, παραίτηση, και στην ακραία περίπτωση ακόμη και ως αντι-δημοκρατική τυραννία. «Είναι μια εξοργιστική αντιστροφή της σχέσης θύτη και θύματος», γράφει η Χάρτμαν.[14] Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της επικρατούσας αντιστροφής της σχέσης θύματος και θύτη είδαμε όταν ο Ομοσπονδιακός υπουργός Οικονομίας και Ενέργειας Πέτερ Άλτμάιερ (Peter Altmaier) δήλωσε στους μαθητές ακτιβιστές του κινήματος «Παρασκευές για το μέλλον», ότι βλέπει την οικονομία της Γερμανίας να απειλείται από την προστασία του κλίματος. Προφανώς συμβαίνει το αντίστροφο. Όμως η κυρίαρχη πολιτική προστατεύει πρωτίστως τα συμφέροντα της γερμανικής οικονομίας καθώς και όλους εκείνους που επωφελούνται από τις φθηνές τιμές της ενέργειας.
Ωστόσο, η σκληρότητα και η έκταση της επίθεσης εναντίον της διαμαρτυρίας των μαθητών δείχνει επίσης ότι στη συζήτηση αυτή τίθεται επί τάπητος κάτι ακόμη πιο βασικό, δηλαδή είναι αγώνας για το ποιός έχει την εξουσία να ερμηνεύει την υπάρχουσα κατάσταση (Deutungshoheit) - ή ακριβέστερα ποιός έχει την εξουσία να ορίζει τί πρέπει να προκαλεί αγανάκτηση (Empörungshoheit). Ποιός καθορίζει και προσδιορίζει τί είναι αυτό που αποτελεί τον πιο σημαντικό λόγο για να αγανακτεί αυτή η κοινωνία; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα. Στο παρελθόν, συζητούσαν στις μπυραρίες για το ποιός έχει την κυριαρχία του εναέριου χώρου· τώρα το επίδικο αντικείμενο είναι - και δεν είναι καθόλου ασήμαντο - η απήχηση στο Διαδίκτυο.
Ο Linus Steinmetz (15 ετών) εκπρόσωπος του γερμανικού «Fridays for Future»
[Εδώ και μερικά χρόνια, η οργή και η αγανάκτηση είχε γίνει υπόθεση της Δεξιάς]
Από το 1968 και τις δεκαετίες του 1970 - 1980 μέχρι τη νέα χιλιετία και την ίδρυση της Attac, η οργή και αγανάκτηση στη χώρα αυτή, κυρίως υπό τη μορφή της διαμαρτυρίας στους δρόμους, ερχόταν ως επί το πλείστον από τα αριστερά. Ακόμη και η πρόσκληση «ξεσηκωθείτε», του μαχητή της Γαλλικής Αντίστασης και διπλωμάτη  Στεφάν Εσέλ (Stéphan Hessel) στο τέλος της ζωής του [Indignez-vous!, 2010, ελληνική έκδοση Αγανακτείστε, βλ. και την «ηχώ» πέρα από τον Ρήνο με το συγκλονιστικό άρθρο του Ulrich Beck στον Spiegel για μιά κοινωνική Ευρώπη - ελληνική μετάφραση, καθώς και την επιρροή που άσκησε το βιβλίο του Εσέλ στα ομώνυμα κινήματα της Νότιας Ευρώπης και στο κίνημα «Occupy Wall Street»], ήταν μια οξεία, εξ αριστερών κριτική του διεθνούς χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, η οποία στρεφόταν κατά «των αξιών του χρήματος και της σπατάλης».
Όμως, τα τελευταία χρόνια - και σίγουρα μετά την εμφάνιση της Pegida στη Γερμανία το 2013 και τα μεγάλα κύματα οργής μετά το παγκόσμιο προσφυγικό ρεύμα - η διαμαρτυρία μετακινήθηκε προς τα δεξιά, η αγανάκτηση άλλαξε στρατόπεδο. Το αριστερό «ξεσηκωθείτε!» απωθήθηκε στο περιθώριο από ένα «ξεσηκωθείτε!» δεξιό. Μόνον για «δυσαρεστημένους πολίτες» ακούγαμε πια. Και ταυτόχρονα, η κριτική εξ αριστερών σπρωχνόταν και αυτή όλο και περισσότερο προς το περιθώριο. Επιπρόσθετα και κάτι ακόμη: Με δεδομένη την πληθώρα επιθέσεων εκ δεξιών, τα τελευταία χρόνια οι αριστερές και οι φιλελεύθερες δυνάμεις έβλεπαν ως κύριο καθήκον τους την υπεράσπιση των δημοκρατικών θεσμών. Έναντι αυτού του καθήκοντος, κάθε άλλη, μεγαλύτερου βεληνεκούς, κριτική των κοινωνικών πραγμάτων, πόσο μάλλον του καπιταλισμού, παραμεριζόταν ως δευτερεύουσας σημασίας. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους τα τελευταία τρία χρόνια ήταν χρόνια χαμένα όσον αφορά την πολιτική για το κλίμα.
[«Μη μιλάς πολύ για το κλίμα, κινδυνεύει η χώρα - θα βγούν “Κίτρινα Γιλέκα” και η AfD και θα τα κάνουν λίμπα». Λομπίστες με προβιά αντιφασίστα]
Όμως τώρα, η πτήση της δεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) σε μεγάλα εκλογικά και δημοσκοπικά ύψη φαίνεται να περνά σε καθοδική φάση. Ωστόσο, αυτό σε καμμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι οι υπερασπιστές του status quo θα παραιτηθούν από τις προνομιακές τους θέσεις. Το αντίθετο: Ακριβώς επειδή βρίσκονται σε αμυντική θέση, ο αγώνας για την πολιτισμική ηγεμονία θα γίνει ακόμη πιο σκληρός - και θα πάρει, εκτός των άλλων, και μορφή μάχης για την ακροαματικότητα και την προβολή της εικόνας, διαγκωνισμός για την προσέλκυση της προσοχής εντός της «οικονομίας μηδενικού αθροίσματος» των μέσων ενημέρωσης [ό,τι κερδίζει η μία πλευρά σε ακροαματικότητα, σε τηλεθέαση, σε «followers», «likes» κτλ, το χάνει η άλλη]. Για το σκοπό αυτό, ενάντια στην αγανάκτηση των αγοριών και κοριτσιών επιστρατεύεται προκαταβολικά και προληπτικά ακόμη και η οργή εκείνων που οδηγούν ντιζελοκίνητα ΙΧ. Με την (αυτο-εκπληρούμενη) προφητεία - «μην το παρατραβάτε με τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας, αλλιώς οι εργάτες θα φορέσουν και εδώ κίτρινα γιλέκα και θα τα κάνουν λίμπα όπως στη Γαλλία» - και με στόχο να αποτρέψουν εν τη γενέσει κάθε οικολογική ιδέα, με κυριολεκτικά εκβιαστικό τρόπο προβάλλουν ως φόβητρο τον κίνδυνο να δούμε τα κέντρα των γερμανικών πόλεων να παίρνουν φωτιά από τις βόμβες  μολότωφ, και ταυτόχρονα επισείουν την απειλή μια νέας εκλογικής ανόδου της ακροδεξιάς. Με τον πιο πειστικό αλλά και τον πιο παράδοξο τρόπο πρόβαλε αυτή τη λογική και πάλι ο Ουλφ Πόσαρντ: «Eάν ο Άντι Σόιερ [Andi Scheuer, ο προαναφερθείς Ομοσπονδιακός Υπουργός Μεταφορών και Ψηφιακών Υποδομών Andreas Scheuer, του Βαυαρικού Χριστιανοκοινωνικού Κόμματος CSU] δεν είχε κάνει αυτό που έκανε, δρώντας ως ο μέγιστος των Γερμανών αντιφασιστών (έβαλε βέτο στις απαγορεύσεις κυκλοφορίας ντίζελιζελοκίνητων ΙΧ), η ακροδεξιά AfD θα είχε αρπάξει το θέμα αυτό και θα έλεγε: Μιλάμε εξ ονόματος των οδηγών ντιζελοκίνητων ΙΧ». Αυτά είπε ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας Die Welt στο τηλεοπτικό πρόγραμμα «Maischberger» του κρατικού Πρώτου Καναλιού (ARD). [15] Έτσι, απλά, αλλάζουν την ετικέτα στους λομπίστες της αυτοκινητοβιομηχανίας και τους προβάλλουν ως αντιφασίστες. 
Η πραγματική αιώνια «εφηβεία»: Ο διαρκής παλιμπαιδισμός μιας κοινωνίας «κεφάτης» (γυρίζει από την τηλεοπτική εκπομπή)
Πέρα από όλα αυτά, υπάρχει και ένας άλλος λόγος για την αμυντική θέση στην οποία περιήλθαν οι νεότερες γενεές. Τις τελευταίες δεκαετίες, με το να κρατά μια έντονα ειρωνική στάση αποστασιοποιημένης «χαλαρότητας», η νεολαία αυτο-αφοπλίστηκε και παρέδωσε την πιο σημαντική ίσως πηγή από την οποία αντλούσε τη δύναμή της  - δηλαδή, το ηθικό δικαίωμα να μιλά με κάθε σοβαρότητα εν ονόματι του μέλλοντος και ως αντιπρόσωπός του.
Όμως σ' αυτό ακριβώς συνίσταται η δύναμη των παρεμβάσεων της Γκρέτα Τούνμπεργκ. Μιλά με ένα ύφος που έχει να ακουστεί εδώ και πολύ καιρό, με τη
σοβαρότητα που αρμόζει στο υπαρξιακού χαρακτήρα ζήτημα του κλίματος· και το ύφος αυτό είναι το μόνο ενδεδειγμένο για την παρούσα κατάσταση. Με το να απαιτεί, αυτή όπως και όλοι οι νέοι που διαδηλώνουν στις «Παρασκευές για το μέλλον», να αναγνωρίσουμε και να συνειδητοποιήσουμε πλήρως τη δραματική διάσταση των προβλημάτων, αντιπαραθέτει την ηθικότητα και τη σοβαρότητα στην επικρατούσα στάση, η οποία θωρακίζεται με μια ειρωνική χαλαρότητα προκειμένου να μην προσβληθεί από τον φόβο για το μέλλον. Επίσης, ακριβώς επειδή θεωρεί ότι το ζήτημα αφορά την ίδια σε προσωπικό επίπεδο, η Γκρέτα Τούνμπεργκ, έκλεισε τον λόγο που εκφώνησε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός με την παραδοχή ότι η ίδια ως άτομο αισθάνεται φόβο και με τα γεμάτα ένταση λόγια: 
«Εσείς οι ενήλικες πάντα λέτε, “είναι καθήκον μας να δίνουμε στους νέους ελπίδα”. Αλλά δεν θέλω την ελπίδα σας [...] Δεν θέλω να καλλιεργείτε ελπίδες, να είστε αισιόδοξοι. Θέλω να πανικοβληθείτε. Θέλω να νιώσετε τον φόβο που νιώθω καθημερινά. Και μετά, αφού τον νιώσετε, θέλω να ενεργήσετε.»
[Σοβαρότητα έναντι «χαλαρής» ειρωνικής στάσης]
Η Γκρέτα Τούνμπεργκ απαιτεί - με όλη τη σοβαρότητα που μπορεί να έχει μια δεκαεξάχρονη - το μόνο λογικό πράγμα: Την «αναγνώριση της κατάστασης» και συνακόλουθα την ενδεδειγμένη δράση. Ωστόσο, μετά τη δεκαετία του 1980, δηλαδή την εποχή που πρωτοεμφανίστηκαν οι Πράσινοι, ξεσυνηθίσαμε να ακούμε αυτή την αιχμηρή επιχειρηματολογία, αυτό το ύφος που επικαλείται την ηθικότητα, επειδή εδώ και πολύ καιρό όλα έχουν αραιωθεί και διαλυθεί μέσα στην όξινη βροχή της χαλαρής ειρωνικής στάσης που μετατρέπει τα πάντα σε πράγματα τετριμμένα και ασήμαντα. Η νέα ριζική σοβαρότητα, αυτή η απολυτότητα των νεαρών ατόμων, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ειρωνική ελαφρότητα που μας επιβάλλεται να τηρούμε μέσα σε μια «κεφάτη» παλιμπαιδική κοινωνία «αιώνιων εφήβων».
Γι' αυτόν τον λόγο, είναι εξοργιστικό, αισχρό να επιζητείται η αντιμετώπιση της Γκρέτα Τούνμπεργκ και των συναγωνιστών και συναγωνιστριών της ως ασήμαντων, επειδή είναι έφηβοι. Παλιμπαιδικά «εφηβική» είναι η επικρατούσα σήμερα στάση μιας «διαρκώς κεφάτης» κοινωνίας, που ξαναμωραίνει το «ενήλικο» τηλεοπτικό της κοινό ξανά και ξανά κάθε βράδυ [16]. Και γι' αυτήν την αδυναμία των ενηλίκων να μιλήσουν καθαρά, με λόγια που ταιριάζουν, για το πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση, η Γκρέτα Τούνμπεργκ δίνει τη σωστή απάντηση:  
«Δεν είναι αρκετά ώριμοι για να πουν τα πράγματα με το όνομά τους. Ακόμη και αυτό το βάρος το φορτώνουν σε εμάς, τα παιδιά».
Και συνεχίζει:
«Μιλούν για το θέμα αυτό [της κλιματικής αλλαγής] μόνον για χάρη του να συνεχιστεί χωρίς τέλος η μεγέθυνση της οικονομίας, γιατί φοβούνται μήπως γίνουν αντιδημοφιλείς [...] Μιλούν γι' αυτό αποκλειστικά και μόνον για να συνεχίσουμε στον ίδιο δρόμο, με τις ίδιες κακές ιδέες που μας έφεραν σ' αυτό το κατάντημα. Τη στιγμή που η μόνη λογική πράξη είναι να τραβήξουμε το χειρόφρενο έκτακτης ανάγκης.»
Βερολίνο, 8 Απριλίου 2019: Η διάσκεψη τύπου εκπροσώπων του μαθητικού κινήματος «Fridays for Future»πό αριστερά Svenja Kannt, Sebastian Grieme, Linus Steinmetz, Šana Strahinjić)
Τραβάμε το φρένο εκτάκτου ανάγκης - Η οπτική γωνία του Βάλτερ Μπένγιαμιν
Αυτή η εικόνα του φρένου εκτάκτου ανάγκης είναι παλιά μας γνώριμη: Με τα λόγια του Καρλ Μαρξ: «Οι επαναστάσεις είναι οι ατμομηχανές της ιστορίας». Και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν (Walter Benjamin) απαντά: «Αλλά ίσως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Ίσως επαναστάσεις συμβαίνουν όταν οι ταξιδιώτες αυτού του τρένου, δηλαδή η ανθρωπότητα, τραβούν το φρένο εκτάκτου ανάγκης».[17]
Λέγοντας αυτά τα λόγια, ο Μπένγιαμιν δεν είχε πρόθεση να αρνηθεί την ανάγκη για ριζική αλλαγή, όμως, κατ' αυτόν, η ιδέα της επανάστασης αποκτά ένα διαφορετικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν, η ιδέα μιας ιστορίας που βαδίζει γραμμικά προς την πρόοδο έχει αποτύχει. Έχοντας στο μυαλό του τα συντρίμμια της ιστορίας, ιδίως τον σωρό ερειπίων που συσσώρευε ο φασισμός, και βλέποντας τα πράγματα από την οπτική γωνία
των καταπιεσμένων, ο Μπένγιαμιν συνεπέρανε «ότι η κατάσταση εξαίρεσης, η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης μέσα στην οποία ζούμε, είναι στην πραγματικότητα ο κανόνας». Όμως με αυτό μεταβάλλεται και η εικόνα της επανάστασης. Η καταστροφή θα ήταν το να συνεχιστεί η ιστορία - όλα να συνεχίσουν το δρόμο τους όπως πριν. Αυτό που χρειάζεται είναι το τράβηγμα του φρένου έκτακτης ανάγκης, έτσι θα διακοπεί η μοιραία, θανατηφόρα συνέχεια. 
Τούτη η συνειδητοποίηση, ότι τα πράγματα δεν μπορούν και δεν πρέπει να συνεχίσουν όπως πριν, είναι απολύτως επίκαιρη. Άν δεν συμβεί ριζική αλλαγή, θα κάνουμε το κλίμα ακόμη θερμότερο, και [ως μία από τις επιπτώσεις] ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι από το Νότο θα εγκαταλείπουν τους τόπους τους. Χωρίς μια πολιτική οπισθοχώρησης, πολιτική προς το λιγότερο, με την οποία όλες οι τιμές μας - από τη βενζίνη των αυτοκινήτων και την κηροζίνη των αεροπλάνων μέχρι τα τρόφιμα - θα λένε την οικολογική αλήθεια, δεν θα ανταποκριθούμε στις προκλήσεις· και σίγουρα δεν θα ανταποκριθούμε, άν ακολουθήσουμε τη μέθοδο του Πρώτα-η-Δική-Μου-Χώρα των δεξιών λαϊκιστών και αρνητών της κλιματικής αλλαγής. 
«Όσο δεν συμφωνούμε σε μια αλληλέγγυα στάση απέναντι σ' όλους τους άλλους που βρίσκονται πάνω σ' αυτόν τον πλανήτη, θα έχουμε ροές εξισορρόπησης σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό θα είναι το πρόβλημα του μέλλοντος, ταυτόχρονα με την αλλαγή του κλίματος, η οποία είναι και αυτή στην πραγματικότητα πρόβλημα “μετανάστευσης”, μεταφοράς των αποβλήτων και των “περιττών κάπου αλλού [στην ατμόσφαιρα, στα νερά, στο έδαφος]», σημειώνει ο πολύ γνωστός [και πολυβραβευμένος] αστροφυσικός Χάραλντ Λες (Harald Lesch). «Πάντα νομίζαμε ότι μπορούμε να διαθέτουμε τα απόβλητά μας στους ωκεανούς, στην ατμόσφαιρα και στο έδαφος, όμως τώρα “αυτά που ρίχναμε στη θάλασσα τα βρίσκουμε στο αλάτι μας”. Απλώσαμε τα πόδια μας πολύ έξω από την κουβέρτα και τώρα αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι το πάρτι τελείωσε».[18] 
Αλλά όσο και να διαπιστώνουν οι νέοι, και ιδιαίτερα οι πιο ενημερωμένοι ανάμεσα στους νέους, ότι το πάρτι τελείωσε, αυτό το πάρτι συνεχίζεται χωρίς σταματημό - γιατί είναι χιλιάδες αυτοί που θέλουν να συνεχιστεί το γλέντι, κι έτσι να κάνουν μεγάλες μπίζνες. Όλα τα όπλα χτυπάνε στον ίδιο στόχο: Τίποτε να μην αλλάξει στο μοντέλο μας της κατανάλωσης, που κατατρώγει τους φυσικούς πόρους.
Το ηγετικό δίδυμο του κόμματος των Πρασίνων: Annalena Baerbock, Robert Habeck
[Ο αληθινός κίνδυνος αυταρχικής- απολυταρχικής εξέλιξης]
Αλλά ένα πράγμα είναι ήδη βέβαιο: Εάν συνεχίσουμε όπως κάναμε μέχρι τώρα, θα υπονομεύσουμε τη δυνατότητα να γίνει πράξη η οικολογική αλλαγή με τρόπους δημοκρατικούς - μεταρρυθμιστικούς. Τούτος είναι ο πραγματικός
κίνδυνος αυταρχικής-απολυταρχικής εξέλιξης: Εάν μέσα στα επόμενα χρόνια, τα δημοκρατικά κράτη δεν μπορέσουν να αποδείξουν ότι είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το περιβαλλοντικό πρόβλημα, τότε θα γίνει πραγματικό ενδεχόμενο να φθάσουμε σ' αυτές τος οικο-δικτατορικές καταστάσεις, τις οποίες χρησιμοποιούν ως μπαμπούλα οι Πόσαρντ και Σία για να απειλήσουν το μαθητικό κίνημα «Παρασκευές για το Μέλλον». Ήδη από τώρα, αναδύεται η νέα μεγάλη συστημική αντιπαράθεση του μέλλοντος: Μεταξύ των δυτικών δημοκρατιών αφενός, οι οποίες την οικολογική μεταρρύθμιση τους είναι αναγκασμένες να την κάνουν πράξη από τον δύσκολο και κακοτράχαλο δρόμο της αναζήτησης δημοκρατικών συμβιβασμών και συναινέσεων, και του όντως οικο-δικτατορικού κινεζικού μοντέλου αφετέρου, που λαμβάνει μέτρα με διατάγματα εκ των άνω και τα επιβάλλει με ωμότητα - άν χρειαστεί ακόμη και ενάντια στα ατομικά ανθρώπινα δικαιώματα όσων θίγονται από αυτά τα μέτρα. Για να εμποδίσουν τον θρίαμβο αυτού του μοντέλου, οι δημοκρατίες μας πρέπει να ξεκινήσουν ριζικές οικολογικές μεταρρυθμίσεις σε όλα τα επίπεδα. Μόνον έτσι θα διατηρηθούν οι αξίες που αξίζει να διατηρηθούν. 
Πρέπει λοιπόν να ευγνωμονούμε την Γκρέτα Τούνπεργκ και τους συναγωνιστές και συναγωνίστριές της ακτιβιστές στις «Παρασκευές για το Μέλλον». Και δεν πρέπει να αφήσουμε μόνη τη νεότερη γενιά, απέναντι σ' εκείνους που προσπαθούν να την δυσφημίσουν με όλα τα μέσα. Τούτη τη στιγμή, αυτά τα παιδιά βγάζουν στο φως και θέτουν σε ευρεία συζήτηση τα ζητήματα που ήδη τώρα επηρεάζουν και αφορούν όλους μας. 
Ναι, «το σπίτι άρπαξε φωτιά». Ας αρχίσουμε να τη σβήνουμε, πριν να είναι πολύ αργά - για το παγκόσμιο περιβάλλον αλλά και για τη δημοκρατία μας.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Η πρώτη Παγκόσμια Διάσκεψη για το Κλίμα έγινε πριν 40 χρόνια στη Γενεύη, έδρα του Παγκόσμιου Οργανισμού για το Κλίμα μεταξύ 12 και 23 Φεβρουαρίου. Αλλά μετά την τρίτη Διάσκεψη για το Κλίμα στο Κυότο, το 1997, αποφασίστηκε να γίνεται πάντα η διάσκεψη στο τέλος κάθε έτους.
 
[2] Το γεγονός ότι στη Βαυαρία η πρωτοβουλία πολιτών «Βιοποικιλότητα - Προστατέψτε τις Μέλισσες» (Volksbegehren «Artenvielfalt – Rettet die Bienen») συγκέντρωσε πάνω από 900.000 υπογραφές και είναι η πιο επιτυχής πρωτοβουλία πολιτών όλων των εποχών στη Βαυαρία, αποτελεί μία μόνον απόδειξη, την πιο νέα, αυτής της μεταβολής στη συνειδητοποίηση του τί συμβαίνει.
[3] Ansgar Graw, «Was an der Rede der jungen Greta nicht stimmte», εφημερίδα Die Welt, 17.12.2018.
[4] Ως τεκμήριο χρησιμοποιήθηκε ένα άρθρο του Σουηδού δημοσιογράφου οικονομικών θεμάτων και ιδίως του διαφημιστικού τομέα Andreas Henriksson, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η αποχή της Γκρέτα από το σχολείο είναι απλώς μια διαφημιστική εκστρατεία για ένα νέο βιβλίο της μητέρας της Γκρέτα Malena Ernman, η οποία είναι μεσόφωνος στη Βασιλική Σουηδική Όπερα. Σύμφωνα με τον Henriksson πίσω από την διαφημιστική κίνηση της Γκρέτα, κρύβεται ο διαφημιστής Ingmar Rentzhog. 
[5] Βλ. μεταξύ άλλων Ansgar Graw, ό.π. 
[6] Sebastian Sigler: «Greta Thunberg – Ikone der Klimareligiösen und Opfer ihrer Eltern» [«Σύμβολο για τους πιστούς της θρηκείας του κλίματος και θύμα των γονέων της»], www.tichyseinblick.de, 11.2.2019.
[7] Η Ά. Μέρκελ, στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια του Μονάχου, επαίνεσε τους μαθητές για τον «καλό σκοπό» και μετά είπε: «Όμως, από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι σε όλα τα παιδιά στη Γερμανία, εντελώς ξαφνικά - μετά από χρόνια, χωρίς καμιά εξωτερική, άς την πούμε έτσι, επιρροή - ήρθε η ιδέα να κάνουν αυτή τη διαμαρτυρία, τούτο είναι κάτι αδιανόητο» 
[8] Ulf Poschardt, «Das alte Gift Calvins» - «Το παλιό δηλητήριο του Καλβίνου» [μολονότι όλοι οι Σουηδοί είναι Λουθηρανοί Προτεστάντες και δεν υπάρχουν εκεί Καλβινιστές], εφημερίδα Die Welt, 26.1.2019 (Η ειρωνεία είναι ότι σύμφωνα με τον Μαξ Βέμπερ, ο πραγματικός εκκοσμικευμένος Καλβινισμός είναι ο καπιταλισμός, που τόσο εκτιμά ο Poschardt)
[9] Helmut Schelsky, Die Arbeit tun die anderen. Klassenkampf und Priesterherrschaft der Intellektuellen [Τη δουλειά την κάνουν οι άλλοι - Ταξικός αγώνας και κυριαρχία του ιερατείου των διανοουμένων] Opladen 1975.
[10] Ό.π, σ. 13.
[11] Ό.π, σ. 142.
[12] Ό.π, σ. 354.
[13] Ό.π, σ. 11 κ.ε
[14] Kathrin Hartmann, «Der Gärtner wird zum Bock» [Αντιστροφή της γερμανικής έκφρασης καθημερινής χρήσης «Den Bock zum Gärtner machen» = «Κάνουν τον τράγο κηπουρό», που σημαίνει ό,τι ακριβώς η ελληνική έκφραση «βάζουν τον λύκο να φυλάξει τα πρόβατα». Η αντιστροφή εδώ δηλώνει εύστοχα ότι δυσφημίζουν τους μαθητές - «δυσφημίζουν τα πρόβατα ως λύκους» - ακριβώς για να συνεχίσουν οι αληθινοί «λύκοι» τη δράση τους ανενόχλητοι], εφημ. Der Freitag, 30.1.2019.
[15] Βλ. τηλεοπτική εκπομπή «Maischberger», Πρώτο Γερμανικό Κανάλι (ARD) - www.ard.de, 13.2.2019.
[16] Η σκληροτράχηλη σοβαρότητα που χαρακτηρίζει τον λόγο της Greta Thunberg θυμίζει εκείνον τον θρυλικό Φιλιππικό του όψιμου [Πολωνο-γερμανού κριτικού της λογοτεχνίας, δημοσιογράφου, μέλους του Group 47 και αντιστασιακού στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο] Marcel Reich-Ranicki εναντίον του επικρατούντος χαζοχαρούμενου «τηλεοπτικού πνευματικού πολιτισμού» [βλ. εφημ. The Guardian, 13.10.2008, «German literary critic rejects rubbish TV award on air - “I don't belong here among all this rubbish» - επίσης youtube]
[17] Walter Benjamin, Über den Begriff der Geschichte. Werke und Nachlass, Kritische Gesamtausgabe τόμ. 19, Βερολίνο 2010, σ. 153 [από τις σημειώσεις -παραλειπόμενα του Benjamin που συνοδεύουν τις «Θέσεις για την Φιλοσοφία της Ιστορίας» - στην ελληνική έκδοση Βάλτερ Μπένγιαμιν, Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας - Ό Σουρρεαλισμός - Για την εικόνα του Προυστ, μτφ. Μηνάς Παράσχης, εκδ. Ουτοπία, Αθήνα 1983, βλ. το Συμπλήρωμα των «Θέσεων», XVIIα / 1099, στη σ. 30.  Βλ. επίσης στο ίδιο, σ. 11, την «Θέση VIII» για την «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης»: «Η παράδοση των καταπιεσμένων μας διδάσκει ότι αυτό που ζούμε, η “κατάσταση εξαίρεσης” - ή “κατάσταση εκτάκτου ανάγκης” -, αποτελεί τον κανόνα»].
[18] «Die Vernunft ist gerade auf der Toilette» [«Η λογική έχει πεταχτεί μέσα στη λεκάνη της τουαλέτας»] - ο Harald Lesch συζητά με τον Reto Hunziker στην Berner Zeitung, 2.2.2019.

[Οι μικροί μη τονισμένοι μεσότιτλοι και οι επεξηγηματικές παρατηρήσεις για τον Έλληνα αναγνώστη, στο κείμενο και στις σημειώσεις του συγγραφέα, προστέθηκαν στον ιστοχώρο Μετά την Κρίση]
Paul Klee, Ο «Άγγελος της Ιστορίας» του Walter Benjamin

Ο Albrecht von Lucke (1967), με σπουδές νομικής και πολιτικής επιστήμης στα πανεπιστήμια του Βύρτσμπουργκ και του Βερολίνου, από το 1999 εργάζεται ως δημοσιογράφος, (μεταξύ των άλλων εργάστηκε για την εβδομαδιαία εφημερίδα Freitag, για την ημερήσια tageszeitung και για το επίσημο θεωρητικό έντυπο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Vorwärts καθώς επίσης και ως πολιτικός συντάκτης στην τηλεόραση και στη ραδιοφωνία, π.χ. στα κανάλια ARD, Bayern 2, WDR 5 Politikum, NDR Kultur και SWR2 Forum).
Από το 2003 είναι αρχισυντάκτης του περιοδικού Blätter für deutsche und Internationale Politik. Κάτοχος του Βραβείου Lessing για την Κριτική, έτους 2014. Βιβλία του:  
Die Erfindung der Generation aus den Trümmern des Politischen – die „68er-Generation“: zur Genealogie eines Kampfbegriffs 1998 (διπλωματική εργασία)
68 oder neues Biedermeier: Der Kampf um die Deutungsmacht. Wagenbach, Βερολίνο 2008
Die gefährdete Republik: Von Bonn nach Berlin. 1949 – 1989 – 2009. Wagenbach, Βερολίνο 2009
Die schwarze Republik und das Versagen der deutschen Linken. Droemer, Μόναχο 2015 
  
Στον ιστοχώρο Μετά την Κρίση, άρθρα του Albrecht von Lucke:
 

Albrecht von Lucke στον εκδοτικό οίκο Klaus Wagenbach
https://aftercrisisblog.blogspot.com/2018/10/blog-post_16.html
http://aftercrisisblog.blogspot.com/2013/05/1936-29-2008.html
Λόγος για την ερχόμενη, την πραγματικά μεγάλη κρίση: Ο Πολίτης Άγγελος Ελεφάντης

Verlyn Klinkenborg: Τι συμβαίνει στις μέλισσες, στις πεταλούδες και σε άλλα όντα; Γιατί οι άνθρωποι δεν το συνειδητοποιούν; (ελληνική μετάφραση στον ιστοχώρο Μετά την Κρίση από το The New York Review of Books)

 

http://www.respublica.gr/2019/08/post/greta_thunberg-michel_onfray/

Ο λίβελλος εναντίον της Γκρέτα Τούνμπεργκ του Γάλλου «ηδονιστή», «ωφελιμιστή» και «αθεϊστή» συγγραφέα Μισέλ Ονφρέ: 
Μισέλ Ονφρέ: Γκρέτα Τούνμπεργκ, το σουηδικό σάιμποργκ (σε ελληνική μετάφραση Αλ. Μπριασούλη, στον ιστοχώρο-περιοδικό Respublica.gr)
 

 
 
Η συζήτηση μεταξύ της Ναόμι Κλάιν, της Γκρέτα Τούνμπεργκ και του αυτόχθονα αρχηγού φυλής από τον Αμαζόνιο Τουντιάκ Κατάν σε ελληνική μετάφραση (© εφημερίδα Η Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις 2013 - 2022

Το δημοκρατικό αίτημα των καιρών: Το δίκιο των νέων γενεών και των γενεών που έρχονται

Το δημοκρατικό αίτημα των καιρών: Το δίκιο των νέων γενεών και των γενεών που έρχονται
Χρίστος Αλεξόπουλος: Κλιματική κρίση και κοινωνική συνοχή

ΕΠΙΛΟΓΕΣ:
Αντρέϊ Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι

ΕΠΙΛΟΓΕΣ:<br>Αντρέϊ Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι
Πως η αγάπη επουλώνει τη φθορά του κόσμου

Danilo Kiš:

Danilo Kiš:
Συμβουλές σε νεαρούς συγγραφείς, και όχι μόνον

Predrag Matvejević:

Predrag Matvejević:
Ο Ρωσο-Κροάτης ανιχνευτής και λάτρης του Μεσογειακού κόσμου

Azra Nuhefendić

Azra Nuhefendić
Η δημοσιογράφος με τις πολλές διεθνείς διακρίσεις, γράφει για την οριακή, γειτονική Ευρώπη

Μάης του '36, Τάσος Τούσης

Μάης του '36, Τάσος Τούσης
Ο σκληρός Μεσοπόλεμος: η εποχή δοσμένη μέσα από τη ζωή ενός ανθρώπου - συμβόλου

Ετικέτες

«Γενιά του '30» «Μακεδονικό» 1968 1989 αειφορία Ανδρέας Παπανδρέου αντιπροσωπευτική δημοκρατία Αριστοτέλης Αρχιτεκτονική Αυστρομαρξισμός Βαλκανική Βαρουφάκης βιοποικιλότητα Βρετανία Γαλλία Γερμανία Γκράμσι Διακινδύνευση Έθνος και ΕΕ Εκπαίδευση Ελεφάντης Ενέργεια Επισφάλεια ηγεμονία ΗΠΑ Ήπειρος Θ. Αγγελόπουλος Θεοδωράκης Θεσσαλονίκη Θεωρία Συστημάτων Ιβάν Κράστεφ ιστορία Ιταλία Καντ Καρλ Σμιτ Καταναλωτισμός Κεντρική Ευρώπη Κέϋνς Κίνα Κλιματική αλλαγή Κοινοτισμός κοινωνική ανισότητα Κορνήλιος Καστοριάδης Κοσμάς Ψυχοπαίδης Κράτος Πρόνοιας Κώστας Καραμανλής Λιάκος Α. Λογοτεχνία Μάνεσης Μάξ Βέμπερ Μάρξ Μαρωνίτης Μέλισσες Μέσα «κοινωνικής» δικτύωσης Μέσα Ενημέρωσης Μεσόγειος Μεταπολίτευση Μιχ. Παπαγιαννάκης Μουσική Μπερλινγκουέρ Νεοφιλελευθερισμός Νίκος Πουλαντζάς Νίτσε Ο τόπος Οικολογία Ουκρανία Π. Κονδύλης Παγκοσμιοποίηση Παιδεία Πράσινοι Ρήγας Ρίτσος Ρωσία Σεφέρης Σημίτης Σολωμός Σοσιαλδημοκρατία Σχολή Φραγκφούρτης Ταρκόφσκι Τουρκία Τραμπ Τροβαδούροι Τσακαλώτος Τσίπρας Φιλελευθερισμός Φιλοσοφία Χαλκιδική Χέγκελ Χριστιανισμός Acemoglu/Robinson Adorno Albrecht von Lucke André Gorz Axel Honneth Azra Nuhefendić Balibar Brexit Carl Schmitt Chomsky Christopher Lasch Claus Offe Colin Crouch Elmar Altvater Ernst Bloch Ernst-W. Böckenförde Franklin Roosevelt Habermas Hannah Arendt Heidegger Jan-Werner Müller Jeremy Corbyn Laclau Le Corbusier Louis Althusser Marc Mazower Matvejević Michel Foucault Miroslav Krleža Mudde Otto Bauer PRAXIS International Ruskin Sandel Michael Strauss Leo Streeck T. S. Eliot Timothy Snyder Tolkien Ulrich Beck Wallerstein Walter Benjamin Wolfgang Münchau Zygmunt Bauman

Song for the Unification (Zbigniew Preisner -
Elzbieta Towarnicka - Kr. Kieślowski) - youtube

Song for the Unification (Zbigniew Preisner - <br>Elzbieta Towarnicka - Kr. Kieślowski) - youtube
Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων,
ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον...
Ἡ ἀγάπη ...πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει...
Νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα·
μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη (προς Κορινθ. Α΄ 13)

Zygmunt Bauman: «Ρευστές ζωές, ρευστός κόσμος, ρευστή αγάπη»

Zygmunt Bauman: «Ρευστές ζωές, ρευστός κόσμος, ρευστή αγάπη»
«Είμαι βραχυπρόθεσμα απαισιόδοξος αλλά μακροπρόθεσμα αισιόδοξος»

Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας

Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας
«Χριστούγεννα με τον Κοκκινολαίμη – Το Αηδόνι του Χειμώνα»

Ψηλά στην Πίνδο, στο Περτούλι

Ψηλά στην Πίνδο, στο Περτούλι