του Πάουλ Ντε Γκράουε© Ivory Tower - Paul De Grauwe: QE and public investment 2.12.2015
αναδημοσίευση: Social Europe
Ο Πάουλ Ντε Γκράουε, Βέλγος καθηγητής της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της London School of Economics, είναι φιλελεύθερος και οπαδός της οικονομίας της αγοράς. Μάλιστα, μεταξύ 1991-2003 εκλέχτηκε βουλευτής και γερουσιαστής στο Βέλγιο ως μέλος του κόμματος Φλαμανδών Φιλελευθέρων και Δημοκρατών. Πιστεύει ότι οι δυνάμεις της αγοράς και η οικονομική ανάπτυξη μπορούν να συνεισφέρουν ακόμη και για λύσεις σε προβλήματα φυσικών πόρων, ενέργειας και του κλίματος. Ωστόσο, με τον πέρασμα του χρόνου, επισημαίνει όλο και πιο έντονα την ανάγκη να παρεμβαίνει η πολιτική διακυβέρνηση στην οικονομία της αγοράς. «Υπερτιμούσα», λέει, «τις αγορές ως φορείς της αλήθειας, φαίνεται όμως ότι στον πραγματικό κόσμο ο ορθολογισμός είναι αδιαχώριστα συνυφασμένος με δυνάμεις που δεν υπακούουν στη λογική». Κάτι πρέπει να διορθώνει τις δυνάμεις της αγοράς.
Σήμερα, λόγω της παγκόσμιας κρίσης, αυτή η διορθωτική παρέμβαση και οι ισχυρές πολιτικές είναι ακόμη πιο αναγκαίες. Μετά το 1980, οι συνήγοροι των αγορών, συγχέοντας έντεχνα μεταξύ του επιχειρηματία ως διευθύνοντος και του απουσιάζοντος ιδιοκτήτη (absentee ownership), καταδικάζουν διαρκώς το «μεγάλο αμάρτημα» που διαπράττει ένα κράτος άν «γίνει επιχειρηματίας»*. Εντελώς αντίθετα, ο φιλελεύθερος Ντε Γκράουε επιχειρηματολογεί υπέρ των δημόσιων επενδύσεων απευθείας στην πραγματική οικονομία, ως παρέμβαση αναγκαία - και επικερδή - για το δημόσιο συμφέρον, προκειμένου να διαφύγει η Ευρώπη από την οικονομική στασιμότητα και την παγίδα ρευστότητας.
Σήμερα, λόγω της παγκόσμιας κρίσης, αυτή η διορθωτική παρέμβαση και οι ισχυρές πολιτικές είναι ακόμη πιο αναγκαίες. Μετά το 1980, οι συνήγοροι των αγορών, συγχέοντας έντεχνα μεταξύ του επιχειρηματία ως διευθύνοντος και του απουσιάζοντος ιδιοκτήτη (absentee ownership), καταδικάζουν διαρκώς το «μεγάλο αμάρτημα» που διαπράττει ένα κράτος άν «γίνει επιχειρηματίας»*. Εντελώς αντίθετα, ο φιλελεύθερος Ντε Γκράουε επιχειρηματολογεί υπέρ των δημόσιων επενδύσεων απευθείας στην πραγματική οικονομία, ως παρέμβαση αναγκαία - και επικερδή - για το δημόσιο συμφέρον, προκειμένου να διαφύγει η Ευρώπη από την οικονομική στασιμότητα και την παγίδα ρευστότητας.
Γ. Ρ.
Από την αρχή του 2015 η ΕΚΤ εφαρμόζει την «ποσοτική χαλάρωση» (QE), δηλαδή ένα πρόγραμμα που διοχετεύει μεγάλες ποσότητες χρήματος στην οικονομία. Κάθε μήνα η ΕΚΤ αγοράζει 60 δισεκατομμύρια € κρατικών ομολόγων και με τον τρόπο αυτό διοχετεύει ίσο ποσό ρευστού χρήματος στην οικονομία. Μέχρι σήμερα, το συνολικό ποσό ενέσων ρευστότητας προσεγγίζει τα 700 δισεκατομμύρια €.
Δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία ότι αυτή η μεγάλη ένεση ρευστότητας από την ΕΚΤ είχε θετική επίδραση στις εξαγωγές. Είχε ως αποτέλεσμα μια υποτίμηση του ευρώ έναντι των κυριότερων άλλων νομισμάτων (δολάριο, λίρα στερλίνα) και ενίσχυσε την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγέων της Ευρωζώνης προς τον υπόλοιπο κόσμο.
Ωστόσο, καθίσταται ολοένα και πιο σαφές, ότι η QE από μόνη της δεν επαρκεί για να βγάλει τις οικονομίες της Ευρωζώνης από τους ληθαργικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Στην πραγματικότητα, από το δεύτερο τρίμηνο του έτους 2015 ο ρυθμός της οικονομικής μεγέθυνσης επιβραδύνθηκε και πάλι. Υπάρχει φόβος ότι στα επόμενα 2-3 χρόνια η οικονομική ανάπτυξη θα παραμείνει υποτονική. Μια νέα, διευρυμένη εκδοχή της QE δεν θα λύσει αυτό το πρόβλημα.

