Η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προτάθηκε για το αξίωμα αυτό από τους ηγέτες των χωρών-μελών της ΕΕ με τρόπο εντελώς προβληματικό και αμφιλεγόμενο. Ωστόσο, διεκδικώντας την ψήφο του μελών του Ευρωκοινοβουλίου, έδωσε στους Ευρωπαίους πολίτες πολλές καλές υποσχέσεις, με μια ομιλία φορτισμένη με συναίσθημα και πάθος υπέρ της Ένωσης. Στο τέλος, εξελέγη με οριακή πλειοψηφία. Η οποία μάλιστα εξασφαλίστηκε μόνον χάρις στην υπερψήφισή της από τους ευρωβουλευτές των όχι και τόσο φιλοευρωπαϊκών κυβερνητικών παρατάξεων της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Οι παρατάξεις αυτές, μαζί με τους Ιταλούς ακροδεξιούς (οι οποίοι καταψήφισαν τη νέα Πρόεδρο), προηγουμένως είχαν εμποδίσει να προταθούν οι προορισμένοι για το προεδρικό αξίωμα κορυφαίοι υποψήφιοι των ευρωπαϊκών κομματικών οικογενειών, είτε εξαιτίας φατριαστικών συγκρούσεων και αντεκδικήσεων εντός της ευρύτερης ευρωπαϊκής Δεξιάς και Κεντροδεξιάς (περίπτωση Μάνφρεντ Βέμπερ), είτε επειδή τους θεωρούσαν πολύ αριστερούς (περιπτώσεις Φρανς Τίμμερμανς και Μαργκρέτε Βεστάγκερ).
Έτσι, άν και εκφράζεται με έντονα «φιλοευρωπαϊκή ψυχή», άν και η εκλογή μιας γυναίκας (και μητέρας με 7 παιδιά) στο αξίωμα αυτό είναι καλό σημάδι, η νέα Πρόεδρος επιβαρύνεται με το στίγμα της εξαπάτησης των Ευρωπαίων πολιτών, ιδίως των πιο νέων, από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών. Αλλά και με υποθήκευση της εκλογής της από στρατηγικές κινήσεις πολιτικών δυνάμεων που δεν θέλουν μια «όλο και στενότερη Ένωση» και οδηγούν, προς το παρόν, σε αδιέξοδους δρόμους χώρες σημαντικές στην ιστορία και πολιτισμό της ηπείρου μας. Ενώ άλλες χώρες-μέλη, οι ισχυρές, είναι σε μεταβατική πολιτική φάση σύγχυσης και εκκρεμότητας. Αυτό το στίγμα, για το οποίο δεν ευθύνεται η ίδια, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν θα το αποτινάξει από πάνω της - και από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ - μόνον εάν μείνει πιστή στις υποσχέσεις της και οι λόγοι γίνουν σύντομα πράξεις.
Γ. Ρ.
Περισσότεροι από τους μισούς πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πιστεύουν ότι η φωνή τους, σε κάποιο βαθμό, λαμβάνεται υπόψη στην ΕΕ. Και το ποσοστό που έχει αυτή τη γνώμη, είναι το υψηλότερο που βρέθηκε από δημοσκοπική έρευνα σε όλη την ιστορία της Ένωσης. Δυστυχώς, αυτό δεν είναι λόγος για να αισθανόμαστε ευτυχείς - και το πρόβλημα συνίσταται στον τρόπο με τον οποίο η Ursula von der Leyen έγινε Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η δημοσκοπική έρευνα είναι πρόσφατη, προέρχεται από στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου που μετρήθηκαν μετά τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αλλά δεν έχει σχετίζεται καθόλου με την εκλογή νέας Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εξάλλου, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δεν συμμετείχε καθόλου στην προεκλογική εκστρατεία της ΕΕ. Όποιοι ψήφισαν στις ευρωπαϊκές εκλογές, είχαν υπόψη για το αξίωμα αυτό κορυφαίους κομματικούς υποψηφίους όπως π.χ. ο Μάνφρεντ Βέμπερ ή ο Φρανς Τίμμερμανς, αλλά σίγουρα όχι την τότε υπουργό Άμυνας της Γερμανίας.

