© Immanuel Wallerstein (από τον προσωπικό του επίσημο ιστότοπο): Secular Stagnation, or is it worse?, 15.9.2016
Η παγίδευση της πραγματικής οικονομίας σε πολύ χαμηλούς ρυθμούς μετά το σκάσιμο της φούσκας στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης (στο σύνολο της Ευρώπης και στη Βόρεια Αμερική) το 2008, η πιο μακροχρόνια στασιμότητα στην παραδοσιακά αναπτυγμένη μεγάλη χώρα της Ανατολής, την Ιαπωνία, η διαρκής αστάθεια του τερατωδώς διογκωμένου χρηματοπιστωτικού τομέα και κυρίως, το άν και πως είναι εφικτή η αναζωογόνηση της ανάπτυξης στη Δύση, διαιρούν τα πνεύματα. Πολλοί μετα- και νεο-Κεϋνσιανοί οικονομολόγοι πιστεύουν ότι δυνατότητες ανάκαμψης υπάρχουν, αρκεί να στραφούν οι Δυτικές κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες σε Κεϋνσιανές μεθόδους διαχείρισης της ζήτησης, με ισχυρότερο όπλο τα προγράμματα δημόσιων επενδύσεων, κυρίως σε έργα υποδομής ή και στη στροφή προς την πράσινη ενέργεια.
Ο Ιμμάνιουελ Βαλλερστάιν, εξέχων Αμερικανός συνεχιστής της Σχολής του Φερνάν Μπρωντέλ και των Annales, ο οποίος επικεντρώνεται στα φαινόμενα της μακράς και μέσης διάρκειας της ιστορίας και τα μελετά με χρήση αντίστοιχων μαθηματικών μοντέλων συστημικής ανάλυσης (και «Χαοτικής» συμπεριφοράς), ανήκει σε αυτούς που έχουν διαφορετική γνώμη. Ως ιστορικός - και όχι ως οικονομολόγος - δεν βλέπει τα φαινόμενα που συμβαίνουν τώρα ως απλή «κυκλική κρίση» του καπιταλιστικού συστήματος (π.χ. σαν την Παγκόσμια Κρίση του 1929), από αυτές που στην ιστορία του ξεπεράστηκαν μέσω «δημιουργικής καταστροφής» κεφαλαίων και τεχνολογικών καινοτομιών. Αντίθετα, τα ερμηνεύει ως προμηνύματα ανεπανόρθωτης «εξάντλησης» του συστήματος.
Είναι ενδιαφέρον ότι τα συμπεράσματά του, άν και τα αποδέχεται μόνον μικρή μειοψηφία αναλυτών, συγκλίνουν με απόψεις άλλων μελετητών, οι οποίοι εργάζονται με διαφορετικά εργαλεία, όπως είναι π.χ. ο προερχόμενος από τη γερμανική Σοσιαλδημοκρατία κοινωνιολόγος Βόλφγκανγκ Στρέεκ (Wolfgang Streeck), πρώην διευθυντής του Ινστιτούτου Max Planck της Κολωνίας (βλ. το βιβλίο του How Will Capitalism End? Essays on a Failing System).
Ενδιαφέρον είναι επίσης, ότι ο Βαλλερστάιν, όπως όλοι οι αναλυτές που χρησιμοποιούν και «μαθηματικά του Χάους» στα μοντέλα τους, αλλά και ο Στρέεκ (ο οποίος επικαιροποιεί, εκτός των άλλων, και την παλιά λαμπρή συστημική ανάλυση του ουγγρο-αμερικανού ιστορικού της οικονομίας, οικονομολόγου και κοινωνιολόγου Καρλ Πολάνυι), αφήνουν ανοιχτό και μη προβλέψιμο το τι θα υπάρξει «μετά» ως διάδοχη κατάσταση. Αυτό είναι μια βασική διαφορά από την μαρξική παράδοση, είναι σύμφωνο όμως με την ιστορική εμπειρία της μακράς διάρκειας. (βλ. και την εξαιρετική συνέντευξη του Ζίγκμουντ Μπάουμαν «Εναντίον της μελαγχολίας των αριστερών»). Τέλος, ο Βαλλερστάιν θεωρεί εφικτή την μελλοντική «αλλαγή συστήματος» μόνον στη μέση διάρκεια, δηλαδή αφού περάσουν άλλα 20-40 χρόνια, «όταν εκείνοι που βλέπουν ευνοϊκά την έλευση ενός διαδόχου συστήματος, του ενός ή του άλλου είδους, αποκτήσουν αρκετή ισχύ για να δώσουν στη διχαλοδρόμηση την επιθυμητή γι' αυτούς κατεύθυνση». Όσο για τη βραχεία διάρκεια της ιστορίας, στην οποία ζούν οι πραγματικοί άνθρωποι, «αυτό που μπορούμε να κάνουμε», λέει, είναι «να ελαχιστοποιούμε τον πόνο εκείνων που πλήττονται πιο έντονα».
Γεννάται όμως το εξής ερώτημα και αντεπιχείρημα: Με ποιό άλλο τρόπο μπορεί να γίνει στον παρόντα χρόνο λιγότερος ο πόνος των πιό ευάλωτων, αν όχι με κλασικές Κεϋνσιανές πολιτικές αντικυκλικής παρέμβασης των κρατικών και διακρατικών θεσμικών οργάνων; Δηλαδή με επενδύσεις που μειώνουν την ύφεση και ανεργία στις (αναπόφευκτες) περιόδους οικονομικής πτώσης και με διαχείριση που εμποδίζει τις επωφελείς για λίγους κερδοσκοπικές φούσκες περιουσιακών στοιχείων, στις περιόδους οικονομικής ανόδου.
Είναι ενδιαφέρον ότι τα συμπεράσματά του, άν και τα αποδέχεται μόνον μικρή μειοψηφία αναλυτών, συγκλίνουν με απόψεις άλλων μελετητών, οι οποίοι εργάζονται με διαφορετικά εργαλεία, όπως είναι π.χ. ο προερχόμενος από τη γερμανική Σοσιαλδημοκρατία κοινωνιολόγος Βόλφγκανγκ Στρέεκ (Wolfgang Streeck), πρώην διευθυντής του Ινστιτούτου Max Planck της Κολωνίας (βλ. το βιβλίο του How Will Capitalism End? Essays on a Failing System).
Ενδιαφέρον είναι επίσης, ότι ο Βαλλερστάιν, όπως όλοι οι αναλυτές που χρησιμοποιούν και «μαθηματικά του Χάους» στα μοντέλα τους, αλλά και ο Στρέεκ (ο οποίος επικαιροποιεί, εκτός των άλλων, και την παλιά λαμπρή συστημική ανάλυση του ουγγρο-αμερικανού ιστορικού της οικονομίας, οικονομολόγου και κοινωνιολόγου Καρλ Πολάνυι), αφήνουν ανοιχτό και μη προβλέψιμο το τι θα υπάρξει «μετά» ως διάδοχη κατάσταση. Αυτό είναι μια βασική διαφορά από την μαρξική παράδοση, είναι σύμφωνο όμως με την ιστορική εμπειρία της μακράς διάρκειας. (βλ. και την εξαιρετική συνέντευξη του Ζίγκμουντ Μπάουμαν «Εναντίον της μελαγχολίας των αριστερών»). Τέλος, ο Βαλλερστάιν θεωρεί εφικτή την μελλοντική «αλλαγή συστήματος» μόνον στη μέση διάρκεια, δηλαδή αφού περάσουν άλλα 20-40 χρόνια, «όταν εκείνοι που βλέπουν ευνοϊκά την έλευση ενός διαδόχου συστήματος, του ενός ή του άλλου είδους, αποκτήσουν αρκετή ισχύ για να δώσουν στη διχαλοδρόμηση την επιθυμητή γι' αυτούς κατεύθυνση». Όσο για τη βραχεία διάρκεια της ιστορίας, στην οποία ζούν οι πραγματικοί άνθρωποι, «αυτό που μπορούμε να κάνουμε», λέει, είναι «να ελαχιστοποιούμε τον πόνο εκείνων που πλήττονται πιο έντονα».
Γεννάται όμως το εξής ερώτημα και αντεπιχείρημα: Με ποιό άλλο τρόπο μπορεί να γίνει στον παρόντα χρόνο λιγότερος ο πόνος των πιό ευάλωτων, αν όχι με κλασικές Κεϋνσιανές πολιτικές αντικυκλικής παρέμβασης των κρατικών και διακρατικών θεσμικών οργάνων; Δηλαδή με επενδύσεις που μειώνουν την ύφεση και ανεργία στις (αναπόφευκτες) περιόδους οικονομικής πτώσης και με διαχείριση που εμποδίζει τις επωφελείς για λίγους κερδοσκοπικές φούσκες περιουσιακών στοιχείων, στις περιόδους οικονομικής ανόδου.
Γ. Ρ.
Οι οικονομολόγοι όλου του κόσμου παλεύουν με κάτι που δυσκολεύονται να εξηγήσουν: Γιατί άραγε οι τιμές των μετοχών συνεχίζουν να ανεβαίνουν στις αγορές κεφαλαίων, παρά το γεγονός ότι αυτό που ονομάζεται ανάπτυξη φαίνεται να είναι στάσιμο; Η κρατούσα οικονομική θεωρία υποθέτει ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί. Αν δεν υπάρχει άνοδος της οικονομίας, οι τιμές στις αγορές πέφτουν και έτσι τονώνεται ο ρυθμός ανόδου της οικονομίας. Και όταν ανακάμψει η οικονομική ανάπτυξη, τότε οι τιμές στις αγορές ανεβαίνουν και πάλι.
Όσοι παραμένουν πιστοί σ' αυτόν τον τρόπο θεώρησης, λένε ότι η ανωμαλία αυτή είναι μια στιγμιαία εκτροπή. Ορισμένοι μάλιστα, αρνούνται ότι συμβαίνει. Αλλά υπάρχουν και άλλοι που βλέπουν την ανωμαλία αυτή ως σημαντική πρόκληση για την κρατούσα θεώρηση. Στοχεύουν να αναθεωρήσουν αυτή τη θεώρηση, ώστε να λάβει υπόψη αυτό που πολλοί τώρα αποκαλούν «μακροχρόνια διαρθρωτική στασιμότητα» («secular stagnation»). Σ' αυτούς που ασκούν κριτική στην κρατούσα θεώρηση περιλαμβάνονται διάφορα εξέχοντα πρόσωπα, κάποια από αυτά βραβευμένα με Νόμπελ για την οικονομία. Στους κόλπους τους υπάρχουν πολύ διαφορετικοί στοχαστές, όπως ο Αμάρτυα Σεν (Amartya Sen), ο Τζόζεφ Στίγκλιτς (Joseph Stiglitz), ο Πωλ Κρούγκμαν (Paul Krugman) και ο Στίβεν Ρόουτς (Stephen Roach).
Όσοι παραμένουν πιστοί σ' αυτόν τον τρόπο θεώρησης, λένε ότι η ανωμαλία αυτή είναι μια στιγμιαία εκτροπή. Ορισμένοι μάλιστα, αρνούνται ότι συμβαίνει. Αλλά υπάρχουν και άλλοι που βλέπουν την ανωμαλία αυτή ως σημαντική πρόκληση για την κρατούσα θεώρηση. Στοχεύουν να αναθεωρήσουν αυτή τη θεώρηση, ώστε να λάβει υπόψη αυτό που πολλοί τώρα αποκαλούν «μακροχρόνια διαρθρωτική στασιμότητα» («secular stagnation»). Σ' αυτούς που ασκούν κριτική στην κρατούσα θεώρηση περιλαμβάνονται διάφορα εξέχοντα πρόσωπα, κάποια από αυτά βραβευμένα με Νόμπελ για την οικονομία. Στους κόλπους τους υπάρχουν πολύ διαφορετικοί στοχαστές, όπως ο Αμάρτυα Σεν (Amartya Sen), ο Τζόζεφ Στίγκλιτς (Joseph Stiglitz), ο Πωλ Κρούγκμαν (Paul Krugman) και ο Στίβεν Ρόουτς (Stephen Roach).
![]() ![]() |
| ΗΠΑ: Διακύμανση του πραγματικού ΑΕΠ (ανά έτος) 2002-2015 και ο χρηματιστηριακός δείκτης Dow Johnes 2003-2016 |















